Μενού Ροή
Επιστροφή του ρωσικού αερίου στην Ευρώπη: Το δώρο στον Πούτιν που θα πλήξει και το αμερικανικό LNG
Google Logo ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ENERGYMAG.GR ΩΣ ΠΡΟΤΙΜΩΜΕΝΗ ΠΗΓΗ ΣΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΣΤΗΝ GOOGLE

Η επανέναρξη των ρωσικών ροών φυσικού αερίου προς την Ευρώπη δεν θα ήταν απλώς μια αλλαγή προμηθευτή. Θα μπορούσε να ανατρέψει τις ισορροπίες που διαμορφώθηκαν μετά το 2022, να αποδυναμώσει την αμερικανική ενεργειακή παρουσία στην ευρωπαϊκή αγορά και να δώσει στη Μόσχα την ευκαιρία να ανακτήσει έσοδα και πολιτική επιρροή.

Αυτό είναι το βασικό επιχείρημα διεθνών αναλυτών της ενέργειας όπως της ανάλυσης της Τατιάνας Μίτροβα με τίτλο «Η επανεκκίνηση των ρωσικών ροών αερίου προς την Ευρώπη θα υπονόμευε την ενεργειακή κυριαρχία των ΗΠΑ». Η προειδοποίηση αφορά ένα ενδεχόμενο που, σύμφωνα με τους συντάκτες, δεν είναι απλώς θεωρητικό: την επιστροφή μέρους του ρωσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά, την ώρα που οι ΗΠΑ επιδιώκουν να αυξήσουν τις εξαγωγές LNG προς την Ευρώπη.

Από το 2022, οι αμερικανικές εξαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου έχουν αποκτήσει κεντρικό ρόλο στην προσπάθεια της Ευρώπης να περιορίσει την εξάρτησή της από τη Ρωσία. Η κατεύθυνση αυτή ενισχύθηκε από σειρά πολιτικών και εμπορικών κινήσεων, ανάμεσά τους η συμφωνία του Τέρνμπερι τον Ιούλιο του 2025, αλλά και οι πιέσεις που, όπως αναφέρεται στην ανάλυση, ασκήθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς για την ταχύτερη διακοπή των ρωσικών εισαγωγών.

Παράλληλα, στη Νοτιοανατολική Ευρώπη εντάθηκαν οι προσπάθειες ώστε το αμερικανικό LNG να αντικαταστήσει το ρωσικό αέριο των αγωγών. Κρίσιμο πεδίο αποτελεί και ο ευρωπαϊκός κανονισμός για το μεθάνιο, με την ανάλυση να κάνει λόγο για έντονες πιέσεις προκειμένου να μετατεθεί η προθεσμία της 1ης Ιανουαρίου 2027.

Οι συντάκτες εκτιμούν ότι το αμερικανικό LNG είναι έτοιμο να καλύψει σημαντικό μέρος των περίπου 36 δισ. κυβικών μέτρων ρωσικού αερίου —μέσω αγωγών και ως LNG— που εξακολουθούν να εισάγονται στην Ευρώπη. Η δυνατότητα αυτή, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η αντικατάσταση είναι αυτόματη. Η διαθεσιμότητα φορτίων, οι τιμές, οι υποδομές και οι μακροχρόνιες συμβάσεις θα καθορίσουν σε ποιο βαθμό μπορεί να καλυφθεί το κενό.

Το κρίσιμο ερώτημα, σύμφωνα με την ανάλυση, είναι τι θα συμβεί εάν η Ευρώπη αλλάξει ξανά πορεία και επιτρέψει την επιστροφή ρωσικών ποσοτήτων. Μια τέτοια εξέλιξη θα περιόριζε την αγορά για τους Αμερικανούς εξαγωγείς και θα επιβάρυνε τις προοπτικές νέων επενδύσεων σε μονάδες LNG. Ταυτόχρονα, θα ενίσχυε τις ρωσικές εξαγωγικές φιλοδοξίες και θα έστελνε μήνυμα ότι η ενεργειακή απομόνωση της Μόσχας μπορεί να αναστραφεί.

Η προειδοποίηση επεκτείνεται και στα ρωσικά έργα LNG. Η Μόσχα, υποστηρίζουν οι συντάκτες, δεν θα περιοριζόταν στην αποκατάσταση των σχέσεων με τους Ευρωπαίους αγοραστές. Θα είχε λόγο να επιταχύνει και άλλα σχέδια, όπως τα Arctic LNG 2, Portovaya και Vysotsk, αλλά και τις φιλοδοξίες για νέες εγκαταστάσεις στο Μούρμανσκ, στον Ομπ και στο Ουστ-Λούγκα. Παράλληλα, θα μπορούσε να επιχειρήσει να εξασφαλίσει συμφωνίες με ασιατικές χώρες, διευρύνοντας το δίκτυο πελατών της.

Για τους αμερικανικούς παραγωγούς, η επιστροφή της Ρωσίας θα δημιουργούσε και έναν εμπορικό κίνδυνο. Εάν μεγαλύτερες ποσότητες ρωσικού αερίου επέστρεφαν στην Ευρώπη, η ζήτηση για αμερικανικό LNG θα μπορούσε να αποδειχθεί χαμηλότερη από εκείνη που δικαιολογεί τον σχεδιασμό νέων εξαγωγικών έργων. Σε μια αγορά όπου το κόστος των υποδομών είναι υψηλό και οι επενδυτικές αποφάσεις εξαρτώνται από μακροχρόνιες συμβάσεις, η προοπτική ασθενέστερης ζήτησης μπορεί να καθυστερήσει ή να ακυρώσει νέα έργα.

Δεν είναι όμως δεδομένο ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα υποδέχονταν ευνοϊκά την επιστροφή του ρωσικού αερίου. Η πολιτική στάση απέναντι στη Μόσχα παραμένει καθοριστική, ενώ οι κυρώσεις και οι ρυθμιστικοί περιορισμοί δημιουργούν πρακτικά εμπόδια. Η ανάλυση επισημαίνει ότι παραμένουν ανοικτά ζητήματα γύρω από τις κυρώσεις στους αγωγούς Nord Stream, τους κανόνες που διέπουν τη διακοπή των ρωσικών εισαγωγών, τις πιστοποιήσεις για τον Nord Stream 2, το ιδιοκτησιακό καθεστώς και τα δικαιώματα αποπληρωμής, καθώς και τις οικονομικές αξιώσεις που συνδέονται με διαιτητικές αποφάσεις.

Έτσι, η συζήτηση για το ρωσικό αέριο δεν αφορά μόνο την τιμή στην οποία θα μπορούσε να φτάσει μια ποσότητα στην Ευρώπη. Αφορά το αν η ΕΕ θα διατηρήσει τη στρατηγική απεξάρτησης που υιοθέτησε μετά την εισβολή στην Ουκρανία και το αν οι ΗΠΑ θα εξακολουθήσουν να έχουν ισχυρή θέση στην αγορά που διαμορφώθηκε στη διάρκειά της.

Η βασική αντίφαση είναι σαφής: ένα φθηνότερο ρωσικό φορτίο μπορεί να προσφέρει βραχυπρόθεσμη ανακούφιση σε αγοραστές και βιομηχανίες, αλλά ταυτόχρονα να αποδυναμώσει τις επενδύσεις στο αμερικανικό LNG, να ενισχύσει ξανά τα έσοδα της Ρωσίας και να επαναφέρει στην Ευρώπη τον κίνδυνο μιας εξάρτησης που είχε αποφασίσει να περιορίσει.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας