Σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στην ασφάλεια εφοδιασμού της χώρας και στη νέα απειλή που δημιουργούν οι υψηλές τιμές της ενέργειας έκανε ο διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΠΑ Εμπορίας, Κώστας Ξιφαράς. Όπως τόνισε, η Ελλάδα είναι πολύ καλά προετοιμασμένη απέναντι στο ενδεχόμενο ελλείψεων φυσικού αερίου, όμως το κρίσιμο μέτωπο μετατοπίζεται πλέον στο κόστος και στις πληθωριστικές πιέσεις που μπορεί να προκαλέσει μια παρατεταμένη ενεργειακή αναταραχή.
Μιλώντας στην εκδήλωση της ΔΕΠΑ Εμπορίας με θέμα «Η Ελλάδα στο νέο ενεργειακό τοπίο: Υποδομές, αγορές και προοπτικές», ο κ. Ξιφαράς υπογράμμισε ότι η εταιρεία δεν είναι εκτεθειμένη, ως προς το δικό της χαρτοφυλάκιο προμήθειας, στις αναταράξεις που συνδέονται με τα Στενά του Ορμούζ. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι παραμένει σε διαρκή επιφυλακή, ώστε να διαθέτει εναλλακτικές επιλογές και να μπορεί, εφόσον χρειαστεί, να εξασφαλίσει ποσότητες όχι μόνο για τους πελάτες της αλλά ακόμη και για ευρύτερες ανάγκες της ελληνικής αγοράς, όπως συνέβη κατά την ενεργειακή κρίση του 2022.
«Το άγχος είναι να αντιμετωπίσουμε τις τιμές, τον πληθωρισμό και το πώς ο κόσμος θα μπορέσει να αντεπεξέλθει», ήταν η ουσία της παρέμβασής του, αποτυπώνοντας τη νέα ισορροπία κινδύνων: η χώρα μπορεί να έχει θωρακιστεί ως προς την επάρκεια, δεν μπορεί όμως να απομονωθεί από μια διεθνή έκρηξη του ενεργειακού κόστους.

Από τα 30 στα 70 ευρώ το φυσικό αέριο
Την ίδια ανησυχία εξέφρασε και ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, επισημαίνοντας ότι η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν δύσκολο χειμώνα. Όπως ανέφερε, η τιμή του φυσικού αερίου βρισκόταν περίπου στα 30 ευρώ ανά μεγαβατώρα πριν από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, ενώ πλέον έχει κινηθεί στην περιοχή των 70 ευρώ.
Η άνοδος αυτή, εφόσον αποκτήσει διάρκεια, δεν περιορίζεται στην αγορά φυσικού αερίου. Περνά στην ηλεκτροπαραγωγή, στη βιομηχανία και τελικά στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, δημιουργώντας έναν νέο γύρο πληθωριστικών πιέσεων.
Σύμφωνα με τον κ. Τσάφο, το υπουργείο προχωρά ήδη σε κινήσεις και σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τη διαχείριση του κινδύνου. Παράλληλα, όμως, κατέστησε σαφές ότι σε περιόδους κρίσης ο πολιτικός σχεδιασμός δεν αρκεί. Χρειάζονται εταιρείες που διαθέτουν τεχνογνωσία, μπορούν να αγοράσουν και να διαθέσουν φυσικό αέριο, να δεσμεύσουν χωρητικότητα στα δίκτυα και να αναλάβουν το εμπορικό και τιμολογιακό ρίσκο.
«Για να κάνεις ενεργειακή διπλωματία, δεν μπορείς απλώς να έχεις ένα υπουργείο που σχεδιάζει και σκέφτεται μεγαλόπνοα. Πρέπει να έχεις και επιχειρήσεις που μπορούν να υλοποιήσουν την εθνική στρατηγική», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Ο TTF αποτυπώνει πλέον την παγκόσμια μάχη για LNG
Ο κ. Ξιφαράς στάθηκε ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο έχει αλλάξει η λειτουργία της ευρωπαϊκής αγοράς φυσικού αερίου. Όπως εξήγησε, ο ολλανδικός δείκτης TTF δεν αντανακλά πλέον αποκλειστικά τις συνθήκες προσφοράς και ζήτησης στην Ευρώπη, αλλά τη συνολική εικόνα της παγκόσμιας αγοράς LNG.
Η Ευρώπη ανταγωνίζεται πλέον άμεσα την Ασία για την προσέλκυση φορτίων υγροποιημένου φυσικού αερίου. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όταν οι ευρωπαϊκές υποδομές είναι επαρκείς και δεν υπάρχει άμεσος φόβος φυσικής έλλειψης, μια κρίση σε άλλο σημείο του πλανήτη μπορεί να μεταφερθεί ταχύτατα στον TTF και στους λογαριασμούς ενέργειας.
Κατά τον επικεφαλής της ΔΕΠΑ Εμπορίας, οι σημερινές υψηλές τιμές δεν αποτυπώνουν μόνο τον στενό ευρωπαϊκό κίνδυνο, αλλά το συνολικό γεωπολιτικό ασφάλιστρο μιας παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την ανάγκη για διαφοροποίηση προμηθευτών, εξασφάλιση μακροχρόνιων συμβολαίων και πρόσβαση σε όσο το δυνατόν περισσότερες οδεύσεις και υποδομές.
Το μακροχρόνιο συμβόλαιο και η στρατηγική μετά το 2030
Σε αυτό το πλαίσιο, ο κ. Ξιφαράς αναφέρθηκε στη συνεργασία της ΔΕΠΑ Εμπορίας μέσω της Atlantic SEE LNG Trade με την αμερικανική Venture Global. Πρόκειται για το πρώτο μακροχρόνιο συμβόλαιο προμήθειας LNG αυτού του μεγέθους στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, με έναρξη από το 2030.
Η συμφωνία αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το φως των νέων γεωπολιτικών δεδομένων. Τα μακροχρόνια συμβόλαια δεν εξαλείφουν πλήρως τον κίνδυνο των διακυμάνσεων, προσφέρουν όμως μεγαλύτερη προβλεψιμότητα, κατοχυρώνουν πρόσβαση σε ποσότητες και μπορούν να στηρίξουν επενδύσεις σε τερματικούς σταθμούς, αγωγούς και δεσμευμένη δυναμικότητα.
«Είμαστε πάντα μπροστά στις εξελίξεις και μιλάμε με προμηθευτές ήδη για το 2030 και μετά», υπογράμμισε ο επικεφαλής της ΔΕΠΑ, σημειώνοντας ότι η εταιρεία διατηρεί επιλογές για κάθε πιθανό σενάριο.
Η θέση του υπουργείου: Η ΔΕΠΑ ως επιχειρησιακός βραχίονας
Η παρουσία του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρου Παπασταύρου, του υφυπουργού Νίκου Τσάφου και της γενικής γραμματέως Ενέργειας Δέσποινας Παλιαρούτα στην ίδια εκδήλωση είχε σαφή πολιτική σημειολογία.
Η θέση του υπουργείου είναι ότι η ΔΕΠΑ Εμπορίας δεν αποτελεί απλώς μια κρατική εταιρεία με εμπορική δραστηριότητα, αλλά έναν από τους βασικούς επιχειρησιακούς βραχίονες για την υλοποίηση της εθνικής ενεργειακής στρατηγικής.
Ο κ. Παπασταύρου χαρακτήρισε τη ΔΕΠΑ «σταθερό, καθημερινό αρωγό» της προσπάθειας για την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και της στρατηγικής θέσης της Ελλάδας στη νέα ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική. Τόνισε, επίσης, ότι η εταιρεία καλείται να συνδυάζει το «πατριωτικό καθήκον» με την αυτονόητη υποχρέωση να λειτουργεί κερδοφόρα και με τα υψηλότερα πρότυπα επιχειρηματικής πρακτικής.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο κ. Τσάφος υπογράμμισε ότι η πολιτική ηγεσία δεν στηρίζει απλώς τον μετασχηματισμό της εταιρείας, αλλά αναγνωρίζει τον κομβικό ρόλο της τόσο στην ενεργειακή ασφάλεια όσο και στην ενεργειακή διπλωματία. «Μια ισχυρή ΔΕΠΑ είναι βασική προϋπόθεση για μια ισχυρή ενεργειακά Ελλάδα», ανέφερε.
Η κ. Παλιαρούτα έθεσε ως κεντρικούς πυλώνες του κυβερνητικού σχεδιασμού τη διαφοροποίηση των πηγών και των οδεύσεων εφοδιασμού, την πρόσβαση στο LNG, τις ανθεκτικές υποδομές και την ενίσχυση του εξαγωγικού ρόλου της χώρας μέσω του Κάθετου Διαδρόμου.
Επενδύσεις 1,5 GW σε θερμικές μονάδες και 1 GW σε ΑΠΕ
Ο κ. Ξιφαράς παρουσίασε παράλληλα την εξέλιξη της ΔΕΠΑ από εταιρεία εμπορίας φυσικού αερίου σε καθετοποιημένο ενεργειακό όμιλο. Σύμφωνα με όσα ανέφερε, έως το 2029-2030 η εταιρεία θα διαχειρίζεται περισσότερα από 1,5 GW ηλεκτρικής ισχύος από θερμικές μονάδες, μέσω της συμμετοχής της στο έργο της Αλεξανδρούπολης με τη ΔΕΗ και στη νέα μονάδα της Λάρισας.
Παράλληλα, στόχος είναι έως το τέλος του 2027 να διαθέτει σε λειτουργία περίπου 1 GW φωτοβολταϊκών, ενώ στον σχεδιασμό περιλαμβάνονται και επενδύσεις σε συστήματα αποθήκευσης.
Η στροφή αυτή, όπως σημείωσε, ήταν δύσκολο να θεωρηθεί πιθανή πριν από λίγα χρόνια, όταν η εταιρεία βρισκόταν αντιμέτωπη με πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων και με μια διαδικασία ιδιωτικοποίησης που τελικά δεν ολοκληρώθηκε. Σήμερα, κατά τον ίδιο, η ΔΕΠΑ έχει δημιουργήσει αξία για τους μετόχους της και έχει αποκτήσει ρόλο που υπερβαίνει τα όρια της ελληνικής αγοράς.