Δύο διαφορετικές εικόνες κατέγραψαν τον Αύγουστο οι τιμές ενέργειας για τα ελληνικά νοικοκυριά. Συγκεκριμένα, ενώ το φυσικό αέριο κατέγραψε απότομη ανατίμηση, με την τιμή του στην Αθήνα να αυξάνεται κατά 13% μέσα σε έναν μήνα, η άνοδος στο ηλεκτρικό ρεύμα ήταν σαφώς πιο περιορισμένη, στο 2%.
Τα στοιχεία προέρχονται από τον δείκτη Household Energy Price Index (HEPI), ο οποίος καταγράφει σε μηνιαία βάση την εξέλιξη των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου για οικιακούς καταναλωτές σε 33 ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Έτσι, η επίδοση της Αθήνας στο φυσικό αέριο ξεχώρισε σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς η αύξηση του 13% ήταν η δεύτερη υψηλότερη μεταξύ των πρωτευουσών που εξετάζει η έρευνα. Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, η μέση τιμή του φυσικού αερίου αυξήθηκε μόλις κατά 2% τον Αύγουστο.
Πάνω από την Αθήνα μόνο το Ταλίν
Τη μεγαλύτερη ανατίμηση στο φυσικό αέριο παρουσίασε το Ταλίν, με αύξηση 20%, ενώ ακολούθησαν οι Βρυξέλλες με 10% και το Βερολίνο με 7%. Αυξήσεις 6% καταγράφηκαν σε Άμστερνταμ και Λονδίνο, ενώ στη Βιέννη η άνοδος έφτασε το 4%. Λισαβόνα και Σόφια έκλεισαν τον μήνα με αύξηση 2%.
Συνολικά, από τις 27 ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που περιλαμβάνονται στην ανάλυση για το φυσικό αέριο, οι τιμές αυξήθηκαν στις 10, παρέμειναν αμετάβλητες στις 15, ενώ μόλις δύο πρωτεύουσες κατέγραψαν υποχώρηση.
Οι λόγοι πίσω από την άνοδο στην Αθήνα
Η σημαντική αύξηση στην ελληνική πρωτεύουσα συνδέεται, σύμφωνα με τη HEPI, με δύο βασικούς παράγοντες. Από τη μία πλευρά, καταγράφηκε άνοδος στις τιμές της χονδρεμπορικής αγοράς και, από την άλλη, αυξήθηκε η μοναδιαία χρέωση διανομής.
Καθοριστικό ρόλο φαίνεται να έπαιξε και η εποχικότητα της κατανάλωσης. Τα πάγια κόστη που σχετίζονται με τη δυναμικότητα του δικτύου επιμερίστηκαν σε μικρότερους όγκους κατανάλωσης κατά τους θερινούς μήνες, οδηγώντας σε υψηλότερη επιβάρυνση ανά μονάδα.
Το ρεύμα κινήθηκε ηπιότερα
Σαφώς πιο συγκρατημένη ήταν η μεταβολή στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Αθήνα. Η αύξηση περιορίστηκε στο 2%, κατατάσσοντας την ελληνική πρωτεύουσα μεταξύ των αγορών με τις μικρότερες ανατιμήσεις τον Αύγουστο.
Η τελική τιμή που επιβαρύνει τα ελληνικά νοικοκυριά, συμπεριλαμβανομένων φόρων και λοιπών χρεώσεων, διαμορφώθηκε στα 24,92 λεπτά ανά κιλοβατώρα. Το αντίστοιχο επίπεδο στις χώρες της ΕΕ-27 ανήλθε στα 26,40 λεπτά/kWh, γεγονός που διατηρεί την Αθήνα κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Από τις 33 πρωτεύουσες που περιλαμβάνονται στην έρευνα, οι 17 κατέγραψαν αυξήσεις στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, οι 13 παρέμειναν στα ίδια επίπεδα και μόλις τρεις παρουσίασαν μειώσεις.
Η Κοπεγχάγη στην κορυφή των αυξήσεων
Τη μεγαλύτερη μηνιαία άνοδο στο ηλεκτρικό ρεύμα παρουσίασε η Κοπεγχάγη, με 10%. Ακολούθησαν Άμστερνταμ και Ελσίνκι με 8%, ενώ στη Λιουμπλιάνα η αύξηση έφτασε το 6%. Ταλίν, Όσλο και Στοκχόλμη κατέγραψαν αυξήσεις 5%, 4% και 4% αντίστοιχα, ενώ σε Βερολίνο, Παρίσι και Βιέννη η άνοδος διαμορφώθηκε στο 3%. Στο 2%, στο ίδιο επίπεδο με την Αθήνα, κινήθηκαν το Βουκουρέστι και το Βίλνιους.
Η ζήτηση για κλιματισμό πίεσε τη χονδρεμπορική αγορά
Στο μεταξύ, η άνοδος των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας στην Αθήνα αποδίδεται κυρίως στην αύξηση του ενεργειακού σκέλους του λογαριασμού.
Όπως επισημαίνει η έκθεση, οι πιέσεις στη χονδρεμπορική αγορά διατηρήθηκαν εξαιτίας της υψηλής ζήτησης για ψύξη κατά τη θερινή περίοδο, αλλά και των αυξημένων υπολειπόμενων φορτίων κατά τις βραδινές ώρες. Οι παράγοντες αυτοί ενίσχυσαν το κόστος ηλεκτρισμού, χωρίς ωστόσο να οδηγήσουν σε αντίστοιχα μεγάλη αύξηση της τελικής τιμής για τα νοικοκυριά.
Επιστρέφουν δυναμικά τα σταθερά τιμολόγια
Την ίδια στιγμή, όπως αναφέρει η μελέτη, νέα δεδομένα διαμορφώνονται στην ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, με τα σταθερά τιμολόγια να κερδίζουν και πάλι έδαφος μετά την υποχώρησή τους κατά την περίοδο της ενεργειακής κρίσης.
Τον Αύγουστο αυξήθηκε ο αριθμός των διαθέσιμων σταθερών συμβολαίων, ενώ η απόσταση στην τιμή τους από τα κυμαινόμενα τιμολόγια έχει πλέον περιοριστεί σημαντικά. Στις αγορές EUR-15, η μέση τιμή των σταθερών συμβολαίων διαμορφώθηκε στα 30,11 λεπτά/kWh, έναντι 29,71 λεπτών/kWh για τα κυμαινόμενα.
Μάλιστα, σε έξι ευρωπαϊκές αγορές —Άμστερνταμ, Βερολίνο, Λισαβόνα, Λονδίνο, Ρώμη και Βιέννη— τα σταθερά συμβόλαια ήταν κατά μέσο όρο φθηνότερα από τα κυμαινόμενα, στοιχείο που δείχνει ότι η επιλογή σταθερής χρέωσης επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο.