Η παραγωγή φωτοβολταϊκών στην Ευρώπη χρειάζεται ένα διαφορετικό βιομηχανικό μοντέλο από εκείνο των γιγαντιαίων εργοστασίων που αναπτύσσονται στην Ασία και στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με τη Λάουρα Σαρτόρε, διευθύνουσα σύμβουλο της ιταλικής Ecoprogetti, η οποία κατασκευάζει εξοπλισμό και γραμμές παραγωγής φωτοβολταϊκών πλαισίων, η δυναμικότητα των 1-3 GW ανά εργοστάσιο προσφέρει την καλύτερη ισορροπία μεταξύ οικονομιών κλίμακας, λειτουργικού κόστους και χρηματοοικονομικής βιωσιμότητας.
Η εκτίμηση αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες φωτοβολταϊκών αναδιαμορφώνονται, με τις κυβερνήσεις να ενισχύουν τον προστατευτισμό και να εφαρμόζουν πολιτικές στήριξης της εγχώριας παραγωγής. Όπως επισημαίνει η Σαρτόρε σε συνέντευξή της στο pv magazine, οι περισσότερες αγορές, με εξαίρεση την Κίνα, στρέφονται προς μέτρα προστασίας της εγχώριας βιομηχανίας και καθορισμού κατώτατων τιμών.
Η αμερικανική αγορά αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς η θέσπιση κατώτατων ορίων τιμών δεν έχει ανακόψει τη ζήτηση, παρά την αύξηση του κόστους των εξαρτημάτων. Αντίστοιχα, η Κίνα επιχειρεί να περιορίσει την υπερβάλλουσα παραγωγική δυναμικότητα, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην οικονομική βιωσιμότητα των κατασκευαστών.
Το παράδειγμα της Ινδίας
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην Ινδία, η οποία επεκτείνει τις απαιτήσεις εγχώριας παραγωγής πέρα από τα φωτοβολταϊκά πλαίσια, καλύπτοντας σταδιακά τις κυψέλες, τα πλακίδια πυριτίου (wafers) και τα πλινθώματα πυριτίου (ingots). Στόχος είναι να περιοριστεί η εξάρτηση από τις κινεζικές εισαγωγές και να δημιουργηθεί μια ολοκληρωμένη εγχώρια εφοδιαστική αλυσίδα.
Η στρατηγική της χώρας στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στη συγκέντρωση της παραγωγής σε μεγαλύτερες επιχειρήσεις, με δυνατότητα επενδύσεων τόσο στα φωτοβολταϊκά πλαίσια όσο και στα απαραίτητα υλικά και εξαρτήματα. Σύμφωνα με τη Σαρτόρε, η Ινδία διαθέτει πλέον την πληρέστερη εφοδιαστική αλυσίδα φωτοβολταϊκών εκτός Κίνας, αν και η παραγωγή πολυπυριτίου εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση, λόγω των υψηλών τεχνολογικών και κεφαλαιακών απαιτήσεων.
Η ίδια υπογραμμίζει ότι η ανάπτυξη της συγκεκριμένης βιομηχανίας θα πρέπει να συνοδεύεται από αυστηρά περιβαλλοντικά πρότυπα και χαμηλές εκπομπές, ώστε η ενίσχυση της παραγωγής να μη γίνει εις βάρος της περιβαλλοντικής επίδοσης.
Γιατί η Ευρώπη χρειάζεται μεσαίου μεγέθους μονάδες
Για την Ευρώπη, η Σαρτόρε προτείνει ένα διαφορετικό μοντέλο, βασισμένο σε ένα δίκτυο μεσαίου μεγέθους εργοστασίων και εξειδικευμένων επιχειρήσεων. Όπως σημειώνει, ο ευρωπαϊκός βιομηχανικός ιστός έχει ιστορικά στηριχθεί στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στις βιομηχανικές συστάδες, με χαρακτηριστικά παραδείγματα την Ιταλία και τη Γερμανία.
Η διατήρηση αυτού του μοντέλου, ωστόσο, προϋποθέτει επαρκή παραγωγική κλίμακα και επενδύσεις στην τεχνολογία και στην αυτοματοποίηση. Σύμφωνα με την επικεφαλής της Ecoprogetti, τα 800 MW έως 1 GW αποτελούν το ελάχιστο επίπεδο δυναμικότητας που μπορεί να δικαιολογήσει την επένδυση και να επιτρέψει την παραγωγή ανταγωνιστικών φωτοβολταϊκών πλαισίων.
Η ιδανική κλίμακα τοποθετείται στα 1-3 GW. Εργοστάσια αυτού του μεγέθους μπορούν, σύμφωνα με τη Σαρτόρε, να υποστηρίξουν βιομηχανική παραγωγή, απασχολώντας περίπου 150-300 εργαζομένους και καταγράφοντας ετήσιο κύκλο εργασιών 100-200 εκατ. ευρώ.
Πάνω από τα 3 GW, όμως, το πρόσθετο διοικητικό κόστος και οι χρηματοοικονομικές επιβαρύνσεις ενδέχεται να περιορίσουν τα οφέλη από τις οικονομίες κλίμακας. Σε μια μονάδα 5 GW, για παράδειγμα, η αγορά μεγάλων ποσοτήτων πρώτων υλών απαιτεί αυξημένο κεφάλαιο κίνησης, ισχυρές πιστωτικές γραμμές και τραπεζικές εγγυήσεις. Το κόστος χρηματοδότησης μπορεί έτσι να αντισταθμίσει μέρος της εξοικονόμησης από τη μεγαλύτερη παραγωγή.
Το πρόβλημα είναι εντονότερο για τους ευρωπαϊκούς κατασκευαστές που δεν διαθέτουν καθετοποιημένη παραγωγή και εξαρτώνται από εξωτερικούς προμηθευτές πρώτων υλών. Σε αυτές τις συνθήκες, ένα μεγαλύτερο εργοστάσιο δεν εξασφαλίζει απαραίτητα χαμηλότερο τελικό κόστος.
Ευελιξία απέναντι στις ανάγκες της αγοράς
Καθοριστικό ρόλο παίζει και η διάρθρωση της ευρωπαϊκής αγοράς φωτοβολταϊκών. Σε αντίθεση με άλλες αγορές, όπου αναπτύσσονται μεγάλα έργα κλίμακας γιγαβάτ, στην Ευρώπη κυριαρχούν εγκαταστάσεις από λίγα έως αρκετές δεκάδες μεγαβάτ.
Αυτό δημιουργεί ανάγκη για κατασκευαστές που μπορούν να προσαρμόζουν την παραγωγή τους σε διαφορετικά μεγέθη παραγγελιών και στις ιδιαίτερες απαιτήσεις κάθε έργου. Η ευελιξία, σε συνδυασμό με τον έλεγχο του κόστους και την πρόσβαση σε πρώτες ύλες, αναδεικνύεται σε βασικό παράγοντα ανταγωνιστικότητας.
Το συμπέρασμα της Ecoprogetti είναι ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία φωτοβολταϊκών δεν χρειάζεται απαραίτητα λίγα γιγαντιαία εργοστάσια, αλλά ένα δίκτυο οικονομικά βιώσιμων μονάδων μεσαίας και μεγάλης δυναμικότητας. Ένα τέτοιο μοντέλο θα μπορούσε να αξιοποιήσει την υφιστάμενη βιομηχανική βάση της Ευρώπης και να ανταποκριθεί αποτελεσματικότερα στις διαφοροποιημένες ανάγκες της αγοράς.
Πηγή: pv-magazine