Η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δεν αποτελεί αναγκαστικά απειλή για τις οικονομίες που βασίζονται στις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Αντίθετα, η αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων στην εγχώρια κατανάλωση με ηλεκτρική ενέργεια από ΑΠΕ μπορεί να περιορίσει τις εκπομπές, να βελτιώσει την ενεργειακή αποδοτικότητα και να απελευθερώσει μεγαλύτερες ποσότητες υδρογονανθράκων για εξαγωγή.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα μελέτης ερευνητών του Πανεπιστημίου LUT της Φινλανδίας, οι οποίοι παρουσιάζουν τη Νορβηγία ως χαρακτηριστικό παράδειγμα χώρας που συνδυάζει την παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου με την εκτεταμένη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, την ηλεκτροκίνηση και τον εξηλεκτρισμό της θέρμανσης.
Όπως δήλωσε στο pv magazine ο Κρίστιαν Μπράιερ, καθηγητής Ηλιακής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο LUT, οι χώρες που περιορίζουν την εγχώρια κατανάλωση ορυκτών καυσίμων μπορούν να διαθέτουν μεγαλύτερες ποσότητες στις διεθνείς αγορές, διατηρώντας παράλληλα ένα καθαρότερο και αποδοτικότερο ενεργειακό σύστημα. Το μοντέλο αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, μπορεί να αποφέρει οικονομικά οφέλη, χωρίς να απαιτεί την εγκατάλειψη των εξαγωγών υδρογονανθράκων.
Παρά τις δυνατότητες αυτές, η Νορβηγία παραμένει περισσότερο εξαίρεση παρά κανόνας. Πολλές πετρελαιοπαραγωγές χώρες δεν έχουν αξιοποιήσει πλήρως τα οφέλη από την ανάπτυξη των ΑΠΕ και τον εξηλεκτρισμό της εγχώριας ζήτησης. Την ίδια στιγμή, κράτη της Μέσης Ανατολής επενδύουν σε μεγάλα φωτοβολταϊκά έργα, χωρίς να εγκαταλείπουν την εξαγωγική τους δραστηριότητα στον τομέα των υδρογονανθράκων.
Το πολιτικό εμπόδιο και το παράδειγμα της Ρωσίας
Η μελέτη αναδεικνύει τη Ρωσία ως διαφορετική περίπτωση. Παρότι διαθέτει ορισμένες εγκαταστάσεις ηλιακής και αιολικής ενέργειας, η ανάπτυξη των ΑΠΕ παραμένει περιορισμένη σε σχέση με τις δυνατότητές της, ενώ έχει επιβραδυνθεί μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Ο Μπράιερ εκτιμά ότι η Ρωσία θα μπορούσε να ακολουθήσει μια στρατηγική αντίστοιχη με εκείνη της Νορβηγίας, περιορίζοντας την εγχώρια κατανάλωση ορυκτών καυσίμων και αξιοποιώντας τις ΑΠΕ για τη διαφοροποίηση της ηλεκτροπαραγωγής. Η ανάπτυξη αποκεντρωμένων μονάδων, σε συνδυασμό με σύγχρονα δίκτυα και συστήματα αποθήκευσης, θα μπορούσε επίσης να ενισχύσει την ασφάλεια του εφοδιασμού.
Κατά τον ερευνητή, τα βασικά εμπόδια είναι κυρίως πολιτικά και όχι τεχνολογικά. Η αξιοποίηση των οικονομικών δυνατοτήτων της ενεργειακής μετάβασης προϋποθέτει πολιτικές που δίνουν προτεραιότητα στα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της οικονομίας και των πολιτών.
Το συμπέρασμα είναι ότι ο ενεργειακός πλούτος μπορεί να λειτουργήσει ως χρηματοδοτικό πλεονέκτημα για την ανάπτυξη των ΑΠΕ και τον εκσυγχρονισμό των ενεργειακών συστημάτων. Η αξιοποίησή του, ωστόσο, εξαρτάται από τις επιλογές των κυβερνήσεων και από το κατά πόσο είναι διατεθειμένες να επενδύσουν σε ένα αποδοτικότερο και καθαρότερο ενεργειακό μοντέλο.
Πηγή: pv-magazine