Σοβαρές αναταράξεις προκαλεί στην αμερικανική βιομηχανία ηλιακής ενέργειας η νέα πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στις κινεζικές εταιρείες φωτοβολταϊκών, με επιχειρήσεις, τράπεζες και ασφαλιστικούς οργανισμούς να απομακρύνονται από εργοστάσια στις ΗΠΑ που διατηρούν δεσμούς με την Κίνα.
Σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters, τουλάχιστον έξι μονάδες παραγωγής ηλιακών πάνελ στις Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν προβλήματα χρηματοδότησης και συνεργασιών, καθώς επικρατεί αβεβαιότητα για το κατά πόσο οι κινεζικές συμμετοχές τις αποκλείουν από τις ομοσπονδιακές επιδοτήσεις καθαρής ενέργειας.
Οι εξελίξεις συνδέονται με τη νομοθεσία που προώθησε ο Ντόναλντ Τραμπ και ενέκρινε το Κογκρέσο το 2025, περιορίζοντας τις επιδοτήσεις της εποχής Μπάιντεν και επιβάλλοντας αυστηρότερους κανόνες για εταιρείες που σχετίζονται με «χώρες ανησυχίας», όπως η Κίνα.
Η νέα πολιτική απαγορεύει σε κινεζικές εταιρείες να κατέχουν ποσοστό άνω του 25% σε εργοστάσια που λαμβάνουν κρατικές ενισχύσεις, ενώ εξετάζεται και το κατά πόσο υφίσταται «ουσιαστικός έλεγχος» από κινεζικά συμφέροντα μέσω τεχνολογικών συμφωνιών, συμβολαίων προμήθειας ή συμμετοχής στα κέρδη.
Το κλίμα αβεβαιότητας έχει ήδη επηρεάσει την αγορά. Η Sunrun, η μεγαλύτερη εταιρεία εγκατάστασης οικιακών φωτοβολταϊκών στις ΗΠΑ, απέσυρε από τη λίστα εγκεκριμένων προμηθευτών αρκετές εταιρείες με κινεζικές διασυνδέσεις, μεταξύ των οποίων οι LONGi, Trina, JA Solar και Jinko.
Παράλληλα, μεγάλες αμερικανικές τράπεζες, όπως οι JPMorgan, Morgan Stanley και Goldman Sachs, περιορίζουν τη χρηματοδότηση νέων έργων ηλιακής ενέργειας, φοβούμενες ότι μελλοντικές ερμηνείες της νομοθεσίας από το υπουργείο Οικονομικών μπορεί να οδηγήσουν ακόμη και σε αναδρομική ακύρωση φορολογικών κινήτρων.
Πίεση ασκούν και οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι οποίες εμφανίζονται απρόθυμες να καλύψουν κινδύνους που σχετίζονται με πιθανή απώλεια των επιδοτήσεων.
Η Κίνα εξακολουθεί να κυριαρχεί στην παγκόσμια παραγωγή εξοπλισμού φωτοβολταϊκών, ελέγχοντας περίπου το 80% της αγοράς. Μετά τα κίνητρα που θέσπισε η κυβέρνηση Μπάιντεν το 2022, πολλές κινεζικές εταιρείες είχαν επενδύσει σε εργοστάσια εντός των ΗΠΑ, συμβάλλοντας στη ραγδαία ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγής.
Σήμερα, ωστόσο, σημαντικό μέρος αυτής της δυναμικότητας βρίσκεται υπό πίεση. Εργοστάσια που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με κινεζικούς ομίλους αντιστοιχούν σε περίπου 25 γιγαβάτ από τα συνολικά 66 γιγαβάτ παραγωγικής ικανότητας φωτοβολταϊκών πάνελ στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Προκειμένου να συμμορφωθούν με το νέο καθεστώς, αρκετές κινεζικές εταιρείες επιχειρούν να αναδιαρθρώσουν τις δραστηριότητές τους. Η JinkoSolar ανακοίνωσε την πώληση του 75,1% της αμερικανικής θυγατρικής της σε επενδυτικό fund, ενώ άλλοι όμιλοι αναζητούν νέους μετόχους ή τροποποιούν τις συμφωνίες τεχνολογικής συνεργασίας.
Παρά τις κινήσεις αυτές, στελέχη της αγοράς προειδοποιούν ότι η απουσία σαφών οδηγιών από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο επιβράδυνσης των επενδύσεων στην ηλιακή ενέργεια, σε μια περίοδο κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται αυξημένη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας λόγω της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης και των κέντρων δεδομένων.
Πηγή: Reuters