Σε αναθεώρηση της πολιτικής της για τα βιοκαύσιμα οδηγείται η Ινδία, καθώς η μειωμένη βροχόπτωση των μουσώνων και οι επιπτώσεις του Ελ Νίνιο περιορίζουν την παραγωγή καλαμποκιού και ζαχαροκάλαμου, αυξάνοντας τις πιέσεις στην αγορά τροφίμων. Η κυβέρνηση καλείται πλέον να ισορροπήσει ανάμεσα στον στόχο της ενεργειακής αυτάρκειας και στην ανάγκη διασφάλισης επαρκών ποσοτήτων τροφίμων.
Το ποσοστό αιθανόλης στη βενζίνη αναμένεται να υποχωρήσει κάτω από τον στόχο του 20% κατά το νέο έτος προμήθειας, το οποίο ξεκίνησε τον Νοέμβριο. Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, η ανάμειξη ενδέχεται να περιοριστεί στο 15%-17%, έναντι 20% την προηγούμενη περίοδο, εξέλιξη που ανακόπτει την ταχεία πρόοδο του προγράμματος E20.
Η εξέλιξη αποτελεί πλήγμα για μία από τις βασικές πρωτοβουλίες του πρωθυπουργού Ναρέντρα Μόντι στον τομέα της ενεργειακής ασφάλειας. Από το 2014, το πρόγραμμα έχει συμβάλει στην εξοικονόμηση σχεδόν 2 τρισ. ρουπιών (21,1 δισ. δολαρίων) από τις εισαγωγές πετρελαίου, ενώ η ετήσια εξοικονόμηση υπολογίζεται σε 430 δισ. ρουπίες με ποσοστό ανάμειξης 20%.
Ωστόσο, οι βροχοπτώσεις των μουσώνων ήταν φέτος μειωμένες κατά σχεδόν 13% σε σχέση με τα κανονικά επίπεδα, προκαλώντας σοβαρές επιπτώσεις στις αγροτικές καλλιέργειες. Οι τιμές του καλαμποκιού και της ζάχαρης αυξήθηκαν περίπου 40%, φτάνοντας σε ιστορικά υψηλά, ενώ το ρύζι ανατιμήθηκε κατά 20%. Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός στα τρόφιμα επιταχύνθηκε στο 7,74% τον Σεπτέμβριο, από 5,97% τον Αύγουστο.
Η περιορισμένη διαθεσιμότητα πρώτων υλών δημιουργεί προβλήματα στην τροφοδοσία των μονάδων αιθανόλης, οι οποίες είχαν επενδύσει σημαντικά κεφάλαια για να αυξήσουν την παραγωγική τους δυναμικότητα σε περίπου 20 δισ. λίτρα ετησίως. Η υποχώρηση της ανάμειξης απειλεί να αφήσει τον κλάδο με σημαντική πλεονάζουσα δυναμικότητα και να περιορίσει τα περιθώρια κέρδους των παραγωγών.
Η κυβέρνηση έχει ήδη προχωρήσει σε αλλαγές στην πολιτική προμηθειών. Τον Οκτώβριο ζήτησε από τις πετρελαϊκές εταιρείες να μην αγοράσουν αιθανόλη που παράγεται από πρώτες ύλες με βάση τη ζάχαρη για τη νέα περίοδο, ενώ μείωσε την τιμή αγοράς της αιθανόλης από καλαμπόκι στις 68,86 ρουπίες ανά λίτρο, από 71,86 ρουπίες.
Εναλλακτική λύση θα μπορούσε να αποτελέσει η αξιοποίηση των μεγάλων αποθεμάτων ρυζιού της χώρας. Ωστόσο, η επιλογή αυτή θα επιβάρυνε τα δημόσια οικονομικά, καθώς το κράτος θα έπρεπε να διαθέσει στους παραγωγούς αιθανόλης το προϊόν σε τιμή περίπου κατά 50% χαμηλότερη από το κόστος αγοράς και αποθήκευσής του.
Παράλληλα, η αυξανόμενη χρήση ακατάλληλων για κατανάλωση δημητριακών στην παραγωγή αιθανόλης προκαλεί ανησυχίες για την επάρκεια ζωοτροφών. Οι εκτιμήσεις του κλάδου προβλέπουν ότι η παραγωγή καλαμποκιού μπορεί να μειωθεί έως και 15% σε σχέση με το φετινό ιστορικό υψηλό των 55 εκατ. τόνων.
Η πίεση στις τιμές των τροφίμων έχει και πολιτικές προεκτάσεις, καθώς στις αρχές του 2027 αναμένονται εκλογές σε αρκετές πολιτείες, μεταξύ των οποίων το Ούταρ Πραντές, η πολυπληθέστερη της Ινδίας. Την ίδια στιγμή, το πρόγραμμα E20 έχει προκαλέσει αντιδράσεις από οδηγούς και αυτοκινητοβιομηχανίες σχετικά με την κατανάλωση καυσίμου και τη φθορά των κινητήρων. Η κυβέρνηση έχει διαμηνύσει ότι δεν προτίθεται να αυξήσει το ποσοστό ανάμειξης πάνω από το 20%.
Η συγκυρία αναδεικνύει τα όρια της στρατηγικής επέκτασης των βιοκαυσίμων όταν η αγροτική παραγωγή βρίσκεται υπό πίεση. Για την Ινδία, η διασφάλιση της επάρκειας τροφίμων φαίνεται να υπερισχύει προσωρινά του στόχου για μεγαλύτερη υποκατάσταση των εισαγωγών πετρελαίου.
Πηγή: Reuters