Νέο κύμα συγχωνεύσεων και εξαγορών αναμένεται στον πετρελαϊκό και τον τομέα φυσικού αερίου της Βόρειας Θάλασσας, καθώς οι υψηλές τιμές ενέργειας και το αυξημένο φορολογικό βάρος στο Ηνωμένο Βασίλειο ενισχύουν την πίεση για περιορισμό του κόστους και συγκέντρωση των δραστηριοτήτων. Η κινητικότητα στην αγορά έχει ήδη αυξηθεί σημαντικά το 2026, με την αξία των συμφωνιών να ξεπερνά τα επίπεδα ολόκληρου του προηγούμενου έτους.
Σύμφωνα με στοιχεία της LSEG, οι συναλλαγές στον κλάδο πετρελαίου και φυσικού αερίου στις οποίες συμμετέχει βρετανική εταιρεία ως αγοραστής ή στόχος εξαγοράς ανήλθαν στα 19,6 δισ. δολάρια από την αρχή του έτους, έναντι 16,5 δισ. δολαρίων για το σύνολο του 2025. Πρόκειται για την εντονότερη δραστηριότητα τουλάχιστον από το 2022, όταν η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία προκάλεσε μεγάλη αναταραχή στις ενεργειακές αγορές.
Η άνοδος των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου σε υψηλά πολλών ετών, εξαιτίας των διαταραχών που συνδέονται με τον πόλεμο μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ισραήλ και Ιράν, έχει ενισχύσει τις ταμειακές ροές των ενεργειακών ομίλων. Την ίδια στιγμή, όμως, το αυξημένο κόστος και οι πληθωριστικές πιέσεις καθιστούν δυσκολότερη την οικονομική αξιοποίηση των ώριμων κοιτασμάτων της Βόρειας Θάλασσας.
Ο Τζέιμς ΜακΚόρμακ της επενδυτικής τράπεζας Cavendish εκτιμά ότι, παρά τον περιορισμένο αριθμό δυνητικών αγοραστών, υπάρχουν περιθώρια για νέες συμφωνίες. Όπως επισημαίνει, η αγορά συγκεντρώνεται γύρω από εταιρείες που διαθέτουν ισχυρούς ισολογισμούς, επαρκή φορολογική δυνατότητα και την απαιτούμενη τεχνογνωσία για τη διαχείριση και την αποξήλωση εγκαταστάσεων.
Οι μικρότεροι παραγωγοί αντιμετωπίζουν αυξανόμενη πίεση να συγχωνευθούν, να αναζητήσουν νέα κεφάλαια ή να αποδεχθούν προτάσεις εξαγοράς. Αντίθετα, οι μεγαλύτεροι όμιλοι με διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο και δυνατότητα χρηματοδότησης νέων έργων εμφανίζουν ισχυρότερη θέση στην αγορά.
Καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις διαδραματίζει και το φορολογικό καθεστώς. Η εισφορά στα κέρδη από την ενέργεια (Energy Profits Levy), η οποία θεσπίστηκε από την προηγούμενη συντηρητική κυβέρνηση και αυξήθηκε από τη σημερινή κυβέρνηση των Εργατικών, έχει ανεβάσει τον ονομαστικό φορολογικό συντελεστή για τις δραστηριότητες παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου στο 78%.
Στελέχη της αγοράς εκτιμούν ότι η συνένωση εταιρειών μπορεί να επιτρέψει την καλύτερη αξιοποίηση φορολογικών πιστώσεων και τη μείωση του λειτουργικού κόστους μέσω συνεργειών.
Αβεβαιότητα για την κυβερνητική πολιτική
Παράγοντα αβεβαιότητας για τους επενδυτές αποτελεί, ωστόσο, η ενεργειακή πολιτική της βρετανικής κυβέρνησης. Το Λονδίνο έχει επαναβεβαιώσει τη δέσμευσή του για μηδενικές καθαρές εκπομπές έως το 2050, αλλά παράλληλα ενέκρινε τον Οκτώβριο την ανάπτυξη του κοιτάσματος φυσικού αερίου Jackdaw στη Βόρεια Θάλασσα.
Στην ανακοίνωση του φθινοπωρινού προϋπολογισμού, η κυβέρνηση επανέλαβε ότι πετρέλαιο και φυσικό αέριο θα εξακολουθήσουν να αποτελούν μέρος του ενεργειακού μείγματος σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, χωρίς να ανακοινώσει νέα μέτρα για τον κλάδο.
Η απόφαση για το Jackdaw είχε προηγηθεί πολυετούς αντιπαράθεσης. Περιβαλλοντικές οργανώσεις υποστήριζαν ότι δεν δικαιολογούνται νέες επενδύσεις σε ορυκτά καύσιμα, ενώ οι υποστηρικτές του έργου προέβαλαν τη συμβολή του στην απασχόληση και στην ενίσχυση της εγχώριας προσφοράς φυσικού αερίου, με μικρότερο περιβαλλοντικό κόστος σε σχέση με τις εισαγωγές.
Στο επίκεντρο η πώληση των περιουσιακών στοιχείων της BP
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνει η απόφαση της BP να αποχωρήσει από τα πετρελαϊκά και φυσικά κοιτάσματα που διαθέτει στη Βόρεια Θάλασσα. Η εταιρεία ανακοίνωσε τον περασμένο Ιούλιο ότι ξεκινά τη διαδικασία πώλησής τους, στο πλαίσιο ευρύτερης αναδιάρθρωσης του χαρτοφυλακίου της με στόχο τη βελτίωση της κερδοφορίας.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η συναλλαγή θα μπορούσε να αποφέρει περίπου 2 δισ. δολάρια και να πυροδοτήσει νέες συμφωνίες στον κλάδο. Πιθανοί ενδιαφερόμενοι αγοραστές είναι οι βρετανικές EnQuest, NEO NEXT+ και Ithaca, ενώ ο διευθύνων σύμβουλος της EnQuest, Αμτζάντ Μπισέισου, έχει ήδη εκδηλώσει ενδιαφέρον για τα περιουσιακά στοιχεία. Ο επόμενος γύρος υποβολής προσφορών αναμένεται τον Δεκέμβριο.
Η αποχώρηση της BP εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση αναδιάρθρωσης των δραστηριοτήτων των μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών στη Βόρεια Θάλασσα. Η Shell, για παράδειγμα, έχει επιλέξει να διατηρήσει την παρουσία της μέσω συνεργασιών και κοινοπραξιών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η Adura, που δημιούργησε από κοινού με τη νορβηγική Equinor.
Διαδοχικές συμφωνίες ενισχύουν τη συγκέντρωση της αγοράς
Η τάση συγκέντρωσης αποτυπώνεται και σε μια σειρά πρόσφατων συναλλαγών. Τον Σεπτέμβριο, η Genel Energy αύξησε στα 436 εκατ. δολάρια την προσφορά της για την εξαγορά της Capricorn Energy, υπερβαίνοντας την πρόταση της νορβηγικής DNO.
Τον Αύγουστο, η ισραηλινή Ratio Petroleum επικράτησε της Serica Energy στον ανταγωνισμό για την εξαγορά της Pharos Energy, καταθέτοντας βελτιωμένη προσφορά ύψους 196 εκατ. δολαρίων. Η Serica έχει δηλώσει ότι εξακολουθεί να εξετάζει ευκαιρίες εξαγορών τόσο στη Βόρεια Θάλασσα όσο και σε άλλες αγορές.
Τον Οκτώβριο, η Gulf Keystone Petroleum και η νορβηγική ShaMaran Petroleum ανακοίνωσαν συμφωνία συγχώνευσης με ανταλλαγή μετοχών, συνολικής αξίας 601 εκατ. δολαρίων. Παράλληλα, η Ithaca συμφώνησε να εξαγοράσει από την καναδική Suncor τρία υπεράκτια πετρελαϊκά περιουσιακά στοιχεία έναντι 1,2 δισ. καναδικών δολαρίων, περίπου 853,5 εκατ. δολαρίων ΗΠΑ.
Η διευθύνουσα σύμβουλος της Pharos Energy, Κάθριν Ρόου, σημείωσε ότι το αυξημένο κόστος και η περιορισμένη διαφοροποίηση των μικρότερων παραγωγών τούς καθιστούν περισσότερο εκτεθειμένους σε πολιτικούς, λειτουργικούς και κινδύνους που συνδέονται με τις τιμές της ενέργειας.
Όπως εκτίμησε, οι συγχωνεύσεις μπορούν να βελτιώσουν την αποδοτικότητα των εταιρειών και τις αποδόσεις για τους μετόχους. Ενδεικτικά, χαρακτήρισε θετική εξέλιξη την προσφορά εξαγοράς της Pharos με τίμημα σε μετρητά και premium 30%, καθώς εξασφαλίζει στους μετόχους άμεση ρευστότητα και απόδοση που δύσκολα θα μπορούσαν να επιτύχουν μέσω της καθημερινής διαπραγμάτευσης της μετοχής.
Πηγή: Reuters