Μενού Ροή
Αφρική: Η ακριβή ενέργεια απειλεί το στοίχημα της εγχώριας επεξεργασίας ορυκτών
Google Logo ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ENERGYMAG.GR ΩΣ ΠΡΟΤΙΜΩΜΕΝΗ ΠΗΓΗ ΣΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΣΤΗΝ GOOGLE

Την ανάπτυξη εγχώριων μονάδων επεξεργασίας ορυκτών, με στόχο να διατηρούν μεγαλύτερο μέρος της προστιθέμενης αξίας εντός των συνόρων τους, επιδιώκουν ολοένα περισσότερες αφρικανικές χώρες. Ωστόσο, η έλλειψη φθηνής και αξιόπιστης ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί βασικό εμπόδιο για την υλοποίηση των επενδυτικών σχεδίων και την ενίσχυση της βιομηχανικής παραγωγής.

Από τον βωξίτη της Γουινέας έως το λίθιο της Ζιμπάμπουε, κυβερνήσεις αξιοποιούν φορολογικά κίνητρα, περιορισμούς στις εξαγωγές και την πρόσβαση σε μεταλλευτικά κοιτάσματα, προκειμένου να προσελκύσουν επενδύσεις σε διυλιστήρια, μονάδες τήξης και άλλες εγκαταστάσεις επεξεργασίας. Παράλληλα, χρηματοδοτικοί οργανισμοί, όπως η αμερικανική International Development Finance Corporation και η Africa Finance Corporation, στηρίζουν σχετικά έργα στην ήπειρο.

Το παράδειγμα της Νότιας Αφρικής, όπου το υψηλό ενεργειακό κόστος έχει οδηγήσει σε αναστολή λειτουργίας δεκάδων μονάδων σιδηροχρωμίου, αναδεικνύει τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι χώρες οι οποίες επιχειρούν να αναπτύξουν ενεργοβόρες βιομηχανίες χωρίς ανταγωνιστική ηλεκτροδότηση.

Το επενδυτικό στοίχημα της Γουινέας

Η Γουινέα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της προσπάθειας για μεγαλύτερη αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου στην Αφρική. Έχοντας ξεπεράσει την Αυστραλία στην παραγωγή και τις εξαγωγές βωξίτη, με κύριο προορισμό την Κίνα, επιδιώκει να περάσει από την εξαγωγή πρώτων υλών στην παραγωγή προϊόντων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.

Σύμφωνα με τον Νταούντα Ντιακιτέ, ανώτερο σύμβουλο του υπουργού Μεταλλείων της χώρας, τρία διυλιστήρια αλουμίνας βρίσκονται υπό κατασκευή. Ο στόχος είναι να λειτουργούν πέντε έως το 2030, με συνολική ετήσια δυναμικότητα 7-8 εκατ. τόνων. Σε επόμενο στάδιο, η κυβέρνηση σχεδιάζει να προσελκύσει επενδύσεις και σε μονάδες παραγωγής αλουμινίου.

Παράλληλα, επιταχύνονται τα σχέδια για την επεξεργασία σιδηρομεταλλεύματος και την παραγωγή σφαιριδίων, με απώτερο στόχο την ανάπτυξη εγχώριας χαλυβουργίας.

Η κυβέρνηση εξετάζει επίσης τον περιορισμό των εξαγωγών βωξίτη, ώστε να αποφεύγεται η υπερπροσφορά που πιέζει τις διεθνείς τιμές. Σε αντίθεση με την Ινδονησία, η οποία επέβαλε απαγόρευση εξαγωγών ακατέργαστου νικελίου και προσέλκυσε σημαντικές επενδύσεις σε μονάδες επεξεργασίας και παραγωγή μπαταριών, η Γουινέα επιλέγει να συνδέσει την πρόσβαση στα κοιτάσματα με την ανάπτυξη υποδομών και μεταποιητικών εγκαταστάσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, οι επενδυτές που ενδιαφέρονται για την εξόρυξη βωξίτη ενθαρρύνονται να συμμετέχουν σε έργα επεξεργασίας ή σιδηροδρομικών υποδομών, με κίνητρα όπως τα δικαιώματα εξόρυξης και οι προσωρινές φορολογικές απαλλαγές.

Η ηλεκτρική ενέργεια κρίνει την ανταγωνιστικότητα

Το βασικό εμπόδιο παραμένει η ενεργειακή επάρκεια. Η Γουινέα διαθέτει σήμερα παραγωγική δυναμικότητα περίπου 1.000 MW, κυρίως από υδροηλεκτρικούς σταθμούς. Κατά την περίοδο των βροχοπτώσεων εξάγει ηλεκτρική ενέργεια σε γειτονικές χώρες, όπως η Σενεγάλη, η Γκάμπια και η Γουινέα-Μπισάου, ενώ κατά τους ξηρούς μήνες αναγκάζεται να εισάγει ρεύμα από την Ακτή Ελεφαντοστού ή τη Σενεγάλη.

Για να στηρίξει την εκβιομηχάνισή της, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής αλουμινίου, χρειάζεται παραγωγική δυναμικότητα από 5.000 έως 10.000 MW, σύμφωνα με τον Ντιακιτέ.

Η κυβέρνηση αναζητά επενδύσεις σε διαφορετικές ενεργειακές τεχνολογίες, μεταξύ των οποίων το φυσικό αέριο, ο άνθρακας και η πυρηνική ενέργεια. Καθώς η χώρα δεν διαθέτει δικά της κοιτάσματα άνθρακα, εξετάζεται ακόμη και η δυνατότητα μεταφοράς του από τη Νότια Αφρική ή τη Μοζαμβίκη με πλοία που ταξιδεύουν προς τη Γουινέα για να φορτώσουν βωξίτη.

Το παράδειγμα της Νότιας Αφρικής

Οι συνέπειες της ακριβής ηλεκτρικής ενέργειας είναι ήδη εμφανείς στη Νότια Αφρική. Δεκάδες μονάδες τήξης σιδηροχρωμίου έχουν σταματήσει να λειτουργούν τα τελευταία χρόνια, καθώς το ενεργειακό κόστος έχει αυξηθεί περίπου δεκαπλάσια από το 2008.

Από τις 66 μονάδες που διέθετε η χώρα, λιγότερες από δώδεκα παραμένουν σε λειτουργία.

Το υψηλό κόστος ηλεκτροδότησης έχει περιορίσει την ανταγωνιστικότητα της νοτιοαφρικανικής παραγωγής έναντι της Κίνας, η οποία επένδυσε τόσο σε μονάδες επεξεργασίας όσο και σε ενεργειακές υποδομές που υποστηρίζουν τη λειτουργία τους. Έτσι, παρά το γεγονός ότι η Νότια Αφρική διαθέτει πάνω από το 70% των γνωστών παγκόσμιων αποθεμάτων χρωμίου, η Κίνα έχει εξελιχθεί στον μεγαλύτερο παραγωγό σιδηροχρωμίου.

Ανάλογη περίπτωση αποτελεί η μονάδα αλουμινίου της αυστραλιανής South32 στη Μοζαμβίκη, η λειτουργία της οποίας τέθηκε φέτος σε αναστολή και συντήρηση μετά την ξηρασία που περιόρισε την ηλεκτροδότηση.

Τέσσερις προϋποθέσεις για νέες επενδύσεις

Η εξασφάλιση πρώτων υλών, η αξιόπιστη και οικονομικά προσιτή ενέργεια, η σταθερότητα του ρυθμιστικού πλαισίου και η ύπαρξη αγοραστών αποτελούν τις τέσσερις βασικές προϋποθέσεις για την προσέλκυση επενδύσεων, σύμφωνα με τον Μοχάμεντ Ζάντα, υφυπουργό Στρατηγικών Βιομηχανιών της Αιγύπτου.

Σημαντική παράμετρος είναι και η πρόσβαση σε κεφάλαια, καθώς η δημιουργία μονάδων επεξεργασίας και παραγωγής μετάλλων απαιτεί επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων, όπως επισήμανε ο Φράνκλιν Εντότσι, επικεφαλής του τομέα εξόρυξης στην Africa Finance Corporation.

Η πρόκληση για τις αφρικανικές οικονομίες δεν περιορίζεται, επομένως, στην εξασφάλιση επενδυτών ή στην αξιοποίηση των μεταλλευτικών τους αποθεμάτων. Προϋποθέτει επίσης επαρκείς ενεργειακές υποδομές, σταθερούς κανόνες και χρηματοδότηση, ώστε η εγχώρια επεξεργασία να είναι οικονομικά βιώσιμη και ανταγωνιστική στις διεθνείς αγορές.

Πηγή: Reuters

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας