Το ενεργειακό σοκ που έχει προκαλέσει η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή δεν έχει μέχρι στιγμής μεταφερθεί σε σημαντικό βαθμό στις υπόλοιπες τιμές και στους μισθούς στην Ευρωζώνη, ωστόσο ο κίνδυνος αυτός δεν μπορεί να αποκλειστεί, σύμφωνα με τον Όλι Ρεν, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ και διοικητή της Τράπεζας της Φινλανδίας.
Μιλώντας στο Ελσίνκι, ο Ρεν τόνισε ότι οι δευτερογενείς επιπτώσεις από την άνοδο των τιμών ενέργειας μπορεί να εμφανιστούν σταδιακά και να μην γίνουν άμεσα αντιληπτές. Όπως σημείωσε, όσο περισσότερο διαρκεί η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος η άνοδος του ενεργειακού κόστους να διαχυθεί ευρύτερα στην οικονομία.
«Τέτοιες επιπτώσεις μπορεί να εμφανιστούν σταδιακά και απαρατήρητες», ανέφερε, υπογραμμίζοντας την ανάγκη στενής παρακολούθησης των εξελίξεων.
Ασθενέστερη μέχρι στιγμής η μετακύλιση
Σύμφωνα με τον Ρεν, η μετακύλιση του υψηλότερου ενεργειακού κόστους στις υπόλοιπες τιμές έχει μέχρι στιγμής αποδειχθεί ασθενέστερη από ό,τι φοβούνταν αρχικά οι αξιωματούχοι.
«Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις για δευτερογενείς επιπτώσεις ή σπιράλ στις τιμές», σημείωσε, υπενθυμίζοντας ότι η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ έχει μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.
Ενδεικτική είναι και η πορεία του δομικού πληθωρισμού στην Ευρωζώνη, ο οποίος εξαιρεί τις τιμές ενέργειας και μη επεξεργασμένων τροφίμων. Τον Σεπτέμβριο διαμορφώθηκε στο 2,2% σε ετήσια βάση, από 2,1% τον Αύγουστο, χωρίς να καταγραφεί σημαντική επιτάχυνση.
Ωστόσο, η ισχυρή ζήτηση εξακολουθεί να επιτρέπει σε αρκετές επιχειρήσεις να μετακυλίουν μέρος του αυξημένου κόστους στους καταναλωτές, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο το ενεργειακό σοκ να αποκτήσει πιο μόνιμο χαρακτήρα στον πληθωρισμό.
Στο επίκεντρο τα επιτόκια της ΕΚΤ
Η εξέλιξη των τιμών ενέργειας αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ, καθώς το ενεργειακό σοκ έχει ωθήσει τον πληθωρισμό πάνω από τον στόχο του 2%.
Η ΕΚΤ έχει ήδη αυξήσει δύο φορές το κόστος δανεισμού από την έναρξη της σύγκρουσης, με την τελευταία αύξηση να πραγματοποιείται τον Σεπτέμβριο. Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται το Bloomberg, αξιωματούχοι της ΕΚΤ εξετάζουν το ενδεχόμενο περαιτέρω αυξήσεων, χωρίς ωστόσο να θεωρείται δεδομένη οποιαδήποτε απόφαση.
Η πορεία των επιτοκίων θα εξαρτηθεί από τα νέα οικονομικά δεδομένα και κυρίως από το κατά πόσο η άνοδος των τιμών ενέργειας θα αρχίσει να περνά στις υπόλοιπες τιμές και στους μισθούς.
Ανθεκτική αλλά υποτονική η οικονομία
Παρά τις πιέσεις, η οικονομία της Ευρωζώνης έχει μέχρι στιγμής επιδείξει ανθεκτικότητα, αν και η ανάπτυξη παραμένει υποτονική.
Ο Ρεν επισήμανε ότι η ισχυρή ζήτηση λειτουργεί ως παράγοντας που διευκολύνει τις επιχειρήσεις να μετακυλίουν το αυξημένο ενεργειακό κόστος στους καταναλωτές. Από την άλλη πλευρά, η άνοδος των μακροπρόθεσμων επιτοκίων λειτουργεί ανασταλτικά για την οικονομική δραστηριότητα και περιορίζει τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να μεταφέρουν περαιτέρω τις αυξήσεις στους καταναλωτές και στους μισθούς.
Άνοδος και στα μακροπρόθεσμα επιτόκια
Παράλληλα, ανοδικά κινούνται τα μακροπρόθεσμα επιτόκια, με την επενδυτική έκρηξη στην τεχνητή νοημοσύνη να αυξάνει τη ζήτηση για κεφάλαια. Στην άνοδο των μακροπρόθεσμων αποδόσεων συμβάλλουν επίσης οι αυξημένες πληθωριστικές προσδοκίες, η διεύρυνση του δημόσιου χρέους και η εντεινόμενη παγκόσμια αβεβαιότητα.
Για τον Ρεν, η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα σύνθετο περιβάλλον για την ευρωπαϊκή οικονομία: από τη μία πλευρά, το υψηλότερο ενεργειακό κόστος απειλεί να τροφοδοτήσει τον πληθωρισμό και, από την άλλη, τα αυξημένα μακροπρόθεσμα επιτόκια επιβαρύνουν την ανάπτυξη.
Το κρίσιμο πλέον για την ΕΚΤ είναι εάν η ενεργειακή κρίση θα παραμείνει ένα άμεσο σοκ στις τιμές ενέργειας ή εάν θα αρχίσει να μετατρέπεται σε ευρύτερη και πιο επίμονη πληθωριστική πίεση στην οικονομία της Ευρωζώνης.