Η Κοζάνη βρίσκεται στο επίκεντρο της ενεργειακής και παραγωγικής μετάβασης της Δυτικής Μακεδονίας, με τη ΔΕΗ να επιχειρεί να μετατρέψει μια περιοχή που επί δεκαετίες συνδέθηκε με τον λιγνίτη σε νέο κόμβο καθαρής ενέργειας, τεχνολογίας και υποδομών τεχνητής νοημοσύνης.
Σε δημοσίευμά του, το Bloomberg παρουσιάζει την Κοζάνη ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της ευρωπαϊκής προσπάθειας να δημιουργηθεί μια νέα οικονομία στις περιοχές που αφήνουν πίσω τους την εποχή του άνθρακα. Εκεί όπου κάποτε υπήρχαν τεράστιες ποσότητες λιγνίτη για την τροφοδοσία των μονάδων της ΔΕΗ, σχεδιάζεται σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα data centers στην Ευρώπη.
Το data center της ΔΕΗ θα έχει αρχική ισχύ 300 MW και προβλέπεται να ολοκληρωθεί έως το τέλος του 2028, ενώ υπάρχει δυνατότητα σταδιακής επέκτασης έως το 1 GW μέχρι το 2031. Η εταιρεία βρίσκεται ήδη σε συζητήσεις με μεγάλους διεθνείς hyperscalers για τη μίσθωση της εγκατάστασης, επιχειρώντας να τοποθετήσει τη Δυτική Μακεδονία στον χάρτη των ευρωπαϊκών ψηφιακών υποδομών.
Η επένδυση αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου ύψους περίπου 5,8 δισ. ευρώ, που περιλαμβάνει έργα καθαρής ενέργειας και τεχνολογίας και έχει ως στόχο να δημιουργήσει ένα νέο παραγωγικό μοντέλο στην περιοχή.
Πρόκειται, επίσης, σημειώνει το Bloomberg, για ένα είδος project που έχει προκαλέσει κινήματα διαμαρτυρίας από το Σακραμέντο έως τη Σκωτία, εν μέσω καταγγελιών ότι απορροφούν τεράστιες ποσότητες ενέργειας, νερού και γης. Στην Κοζάνη, ωστόσο, αντιμετωπίζεται ως μια πιθανή σανίδα σωτηρίας, ως ένα "τεστ" για την ικανότητα της Ευρώπης να κάνει scale-up σε μια περιοχή που ενδεχομένως καλωσορίζει ένα data center, αλλά και ως ψήφος εμπιστοσύνης στην ελληνική κυβέρνηση ενόψει των εκλογών που αναμένονται την ερχόμενη άνοιξη.
Από τον λιγνίτη στην τεχνολογία
Το μέγεθος της αλλαγής γίνεται περισσότερο αντιληπτό από τον ρόλο που είχε διαχρονικά η ΔΕΗ στη Δυτική Μακεδονία. Σύμφωνα με το Bloomberg, η εταιρεία αντιπροσωπεύει περίπου 40% της οικονομικής παραγωγής της περιοχής, ενώ στο αποκορύφωμα της δραστηριότητάς της, το 2010, απασχολούσε περίπου 5.500 εργαζομένους.
Σήμερα η εικόνα είναι διαφορετική. Η λιγνιτική παραγωγή περιορίζεται δραστικά, η εξόρυξη λιγνίτη έχει σχεδόν ολοκληρωθεί και ο σταθμός του Αγίου Δημητρίου, περίπου 18 χιλιόμετρα από την Κοζάνη, έχει σταματήσει τη λειτουργία του. Στον σταθμό παραμένουν πλέον 58 εργαζόμενοι, έναντι 420 στις αρχές του 2026, ενώ η Πτολεμαΐδα V αναμένεται να σταματήσει να χρησιμοποιεί λιγνίτη έως το τέλος του έτους.
Για μια περιοχή που επί δεκαετίες λειτουργούσε ουσιαστικά ως «company town» γύρω από τη ΔΕΗ, η μετάβαση έχει ήδη αφήσει έντονο αποτύπωμα. Το Bloomberg αναφέρει ότι περίπου 650 από τα 1.500 καταστήματα της Κοζάνης έχουν κλείσει, ενώ οι νέοι εγκαταλείπουν την περιοχή αναζητώντας ευκαιρίες σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και εξωτερικό.
Έτσι, το μεγάλο ερώτημα δεν είναι μόνο εάν η λιγνιτική δραστηριότητα θα αντικατασταθεί από νέες επενδύσεις, αλλά εάν αυτές θα μπορέσουν να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και εισόδημα αντίστοιχης κλίμακας για την τοπική οικονομία.
7.500 εργαζόμενοι και 2.200 μόνιμες θέσεις
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το Bloomberg, στην κορύφωση της κατασκευαστικής δραστηριότητας των νέων projects θα απαιτηθούν περίπου 7.500 εργαζόμενοι, ενώ οι επενδύσεις αναμένεται να δημιουργήσουν τουλάχιστον 2.200 μόνιμες θέσεις εργασίας.
Από αυτές, περίπου 1.500 θέσεις θα αφορούν τη λειτουργία του data center όταν η εγκατάσταση φτάσει στην πλήρη ισχύ του 1 GW.
Σήμερα η ΔΕΗ απασχολεί περίπου 1.250 εργαζομένους στην περιοχή, ενώ ο σχεδιασμός της εταιρείας δεν περιορίζεται στις άμεσες θέσεις εργασίας. Στόχος είναι να δημιουργηθεί ένα ευρύτερο οικοσύστημα επιχειρήσεων, υπηρεσιών, startups και εταιρειών πληροφορικής γύρω από τις νέες ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές.
Σε αυτή την κατεύθυνση εντάσσεται και η συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, με τη δημιουργία εκπαιδευτικών προγραμμάτων που θα προετοιμάσουν φοιτητές για τις νέες ειδικότητες που θα απαιτηθούν.
Το ενεργειακό πλεονέκτημα
Η επιλογή της Κοζάνης συνδέεται και με την ενεργειακή της υποδομή. Η ΔΕΗ σχεδιάζει να τροφοδοτεί το data center μέσω του περιφερειακού ενεργειακού της δικτύου, στο πλαίσιο μακροπρόθεσμης σύμβασης αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς να επιβαρύνεται αντίστοιχα το ηλεκτρικό δίκτυο της χώρας.
Παράλληλα, σύμφωνα με τη ΔΕΗ, η κατανάλωση νερού του data center αναμένεται να αντιστοιχεί μόλις στο 0,6% της ποσότητας νερού που απαιτούσαν οι προηγούμενες λιγνιτικές εγκαταστάσεις.
Το σχέδιο έρχεται την ώρα που η παγκόσμια ζήτηση για data centers αυξάνεται ραγδαία λόγω της τεχνητής νοημοσύνης. Η διαθεσιμότητα ηλεκτρικής ενέργειας και η δυνατότητα των δικτύων να υποστηρίξουν τις τεράστιες απαιτήσεις των νέων εγκαταστάσεων εξελίσσονται πλέον σε κρίσιμους παράγοντες για την ανάπτυξη του κλάδου στην Ευρώπη.
Για τη Δυτική Μακεδονία, επομένως, το εγχείρημα της ΔΕΗ αποτελεί κάτι περισσότερο από μια νέα επένδυση. Είναι η προσπάθεια να δημιουργηθεί μια νέα «δορυφορική οικονομία» γύρω από τα data centers, την καθαρή ενέργεια και την τεχνολογία, στη θέση εκείνης που επί δεκαετίες είχε οικοδομηθεί γύρω από τα ορυχεία και τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής.
Το εάν το νέο αυτό μοντέλο θα μπορέσει να καλύψει το οικονομικό και κοινωνικό κενό που αφήνει πίσω του ο λιγνίτης είναι, τελικά, το μεγάλο στοίχημα της μετάβασης.