Μενού Ροή
Tsafos
Τσάφος: «Ο λιγνίτης τελείωσε πριν τον τελειώσουν» – Η απάντηση για τις ΑΠΕ, το κόστος CO₂ και τις τιμές ρεύματος
Google Logo ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ENERGYMAG.GR ΩΣ ΠΡΟΤΙΜΩΜΕΝΗ ΠΗΓΗ ΣΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΣΤΗΝ GOOGLE

Με μια εκτενή παρέμβαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος επιχειρεί να απαντήσει σε ένα από τα πιο επίμονα επιχειρήματα της δημόσιας συζήτησης για την ενεργειακή μετάβαση: ότι η απολιγνιτοποίηση ήταν μια πολιτική επιλογή που οδήγησε στην αποδυνάμωση της εγχώριας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και στην αύξηση του ενεργειακού κόστους.

Παρουσιάζοντας σειρά στοιχείων για την πορεία του λιγνίτη, την ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και τις εξελίξεις στις χονδρεμπορικές τιμές ρεύματος, ο υφυπουργός υποστηρίζει ότι η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Όπως αναφέρει, ο λιγνίτης είχε αρχίσει να χάνει τη θέση του στο ενεργειακό σύστημα πολύ πριν από τις πολιτικές αποφάσεις που ακολούθησαν.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, η κάμψη της λιγνιτικής παραγωγής ξεκίνησε ήδη από το 2005, ενώ μετά το 2010 η πτωτική πορεία έγινε ακόμη πιο έντονη. Όταν το 2019 ανακοινώθηκε το χρονοδιάγραμμα για την έξοδο από τον λιγνίτη, η παραγωγή είχε ήδη υποχωρήσει κατά περίπου δύο τρίτα σε σχέση με τα ιστορικά υψηλά της. Από τα επίπεδα των περίπου 35 TWh στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η παραγωγή σήμερα βρίσκεται σε επίπεδα μειωμένα κατά περίπου 92%.

Ο Νίκος Τσάφος αποδίδει την εξέλιξη αυτή κυρίως στην οικονομική πραγματικότητα της λιγνιτικής παραγωγής. Όπως σημειώνει, ο ελληνικός λιγνίτης χαρακτηρίζεται από χαμηλή θερμογόνο δύναμη και υψηλό κόστος εξόρυξης σε σχέση με άλλα ευρωπαϊκά κοιτάσματα. Μάλιστα επικαλείται μελέτη που είχε εκπονηθεί για λογαριασμό της ΔΕΗ το 2013, σύμφωνα με την οποία το κόστος παραγωγής από ελληνικό λιγνίτη ήταν σχεδόν διπλάσιο σε σύγκριση με αντίστοιχες μονάδες στη Βουλγαρία, σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα παρέμενε ακόμη χαμηλό.

Καθοριστικό ρόλο, σύμφωνα με τον υφυπουργό, διαδραμάτισε η άνοδος των τιμών των δικαιωμάτων CO₂ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει τη μονάδα «Πτολεμαΐδα 5», η οποία εκπέμπει περίπου 1,14 τόνους διοξειδίου του άνθρακα ανά παραγόμενη μεγαβατώρα. Με τις σημερινές τιμές των δικαιωμάτων εκπομπών να διαμορφώνονται κοντά στα 81,5 ευρώ ανά τόνο, το κόστος των ρύπων ανέρχεται σε περίπου 93 ευρώ ανά MWh, επίπεδο που υπερβαίνει τη μέση χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στο ελληνικό σύστημα.

«Ο λιγνίτης φεύγει γιατί δεν βγαίνει οικονομικά», είναι το συμπέρασμα που προβάλλει ο υφυπουργός, υποστηρίζοντας ότι η συρρίκνωση της λιγνιτικής παραγωγής ήταν πρωτίστως αποτέλεσμα οικονομικών δεδομένων.

Παράλληλα, ο Νίκος Τσάφος απορρίπτει την άποψη ότι η απολιγνιτοποίηση άφησε κενό στο ηλεκτρικό σύστημα. Όπως αναφέρει, την περίοδο 2010-2025 η παραγωγή από φωτοβολταϊκά αυξήθηκε κατά 11,3 TWh και από αιολικά κατά 9,4 TWh, καλύπτοντας σημαντικό μέρος της απώλειας που προέκυψε από τη μείωση της λιγνιτικής παραγωγής. Κατά την ίδια ανάλυση, η αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ συνέβαλε ώστε η Ελλάδα να εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους καθαρούς εξαγωγείς ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη.

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, ένα από τα βασικά πεδία αντιπαράθεσης γύρω από την ενεργειακή μετάβαση. Σύμφωνα με τον υφυπουργό, την περίοδο 2018-2019, όταν ο λιγνίτης διατηρούσε ακόμη σημαντική παρουσία στο ενεργειακό μείγμα, η Ελλάδα κατέγραφε από τις υψηλότερες χονδρεμπορικές τιμές στην Ευρώπη, φτάνοντας το 2019 στην πρώτη θέση. Αντίθετα, φέτος η χώρα βρίσκεται μεταξύ των αγορών με τις χαμηλότερες τιμές χονδρικής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εξέλιξη που αποδίδεται στη σημαντική συμμετοχή των ΑΠΕ στο σύστημα ηλεκτροπαραγωγής.

Η παρέμβαση Τσάφου έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η συζήτηση για το μέλλον της ενεργειακής πολιτικής επανέρχεται στο προσκήνιο, με φόντο τις γεωπολιτικές εξελίξεις, την ανάγκη ενεργειακής ασφάλειας και τις επενδύσεις στην πράσινη μετάβαση. Το κεντρικό μήνυμα του υφυπουργού είναι ότι η απολιγνιτοποίηση δεν αποτέλεσε την αιτία της πτώσης του λιγνίτη, αλλά την πολιτική επιβεβαίωση μιας τάσης που είχε ήδη διαμορφωθεί από τις συνθήκες της αγοράς και το αυξανόμενο κόστος παραγωγής.

Μια θέση που αναμένεται να τροφοδοτήσει νέο γύρο συζήτησης γύρω από το κατά πόσο η ενεργειακή μετάβαση στην Ελλάδα υπήρξε επιλογή ή αναγκαιότητα.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας