Σε φάση ωρίμανσης εισέρχεται το ελληνικό πρόγραμμα έρευνας και αξιοποίησης υδρογονανθράκων, με την πρώτη ερευνητική γεώτρηση μετά από τέσσερις δεκαετίες να προγραμματίζεται για τον Φεβρουάριο του 2027 στο Block 2 του Βορειοδυτικού Ιονίου. Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση επιδιώκει να επιταχύνει τις διαδικασίες αξιοποίησης των εγχώριων ενεργειακών πόρων, ενώ παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τις επιπτώσεις τους στις διεθνείς ενεργειακές αγορές.
Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, μιλώντας στον ΣΚΑΪ, υπογράμμισε ότι η χώρα προχωρά με ταχείς ρυθμούς στην υλοποίηση μιας εθνικής στρατηγικής για τους υδρογονάνθρακες. «Αυτό που κάνουμε είναι να επιταχύνουμε αποφασιστικά μια εθνική προσπάθεια. Δεν ανήκει σε μία κυβέρνηση, ανήκει στους Έλληνες», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η πρώτη ερευνητική γεώτρηση θα πραγματοποιηθεί από την κοινοπραξία ExxonMobil, Energean και Helleniq Energy στο στόχο «Ασωπός 1», μεταξύ 14 και 24 Φεβρουαρίου 2027. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της κοινοπραξίας, το συγκεκριμένο γεωλογικό σύστημα ενδέχεται να φιλοξενεί έως και 270 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου, ποσότητα πολλαπλάσια της ετήσιας κατανάλωσης της χώρας, η οποία κυμαίνεται μεταξύ 6 και 7 δισ. κυβικών μέτρων.
Ο υπουργός διευκρίνισε ότι η ύπαρξη γεωλογικών ενδείξεων δεν αρκεί από μόνη της, καθώς το κρίσιμο ζητούμενο είναι η εμπορική εκμεταλλευσιμότητα του κοιτάσματος. Τα πρώτα ασφαλή συμπεράσματα αναμένονται περίπου δύο μήνες μετά την ολοκλήρωση της γεώτρησης, γεγονός που τοποθετεί την άνοιξη του 2027 ως ορόσημο για τις επόμενες αποφάσεις σχετικά με την ανάπτυξη του έργου.
Αναφερόμενος στις πιθανότητες επιτυχίας, ο κ. Παπασταύρου σημείωσε ότι το ποσοστό επιτυχίας της ερευνητικής προσπάθειας εκτιμάται στο 16%, ποσοστό που θεωρείται απολύτως ικανοποιητικό για τα δεδομένα του κλάδου. Υπενθύμισε μάλιστα ότι η Νορβηγία χρειάστηκε 17 αποτυχημένες προσπάθειες πριν ανακαλύψει σημαντικά κοιτάσματα φυσικού αερίου.
Ο υπουργός στάθηκε ιδιαίτερα στα δυνητικά οικονομικά οφέλη για τη χώρα, τονίζοντας ότι ένα μόνο θαλάσσιο οικόπεδο θα μπορούσε να αποφέρει στην Ελλάδα έσοδα έως και 10 δισ. ευρώ σε βάθος χρόνου, ανεξάρτητα από τα έσοδα των εταιρειών που θα συμμετέχουν στην εκμετάλλευση. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η επιβεβαίωση εμπορικά αξιοποιήσιμων κοιτασμάτων θα ενισχύσει σημαντικά τόσο την οικονομική όσο και τη γεωπολιτική θέση της χώρας.
Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του προγράμματος διαδραματίζει η παρουσία των δύο αμερικανικών ενεργειακών κολοσσών, ExxonMobil και Chevron. Σύμφωνα με τον υπουργό, η Chevron διεύρυνε πρόσφατα την παρουσία της στην Ελλάδα συμμετέχοντας σε πέμπτο θαλάσσιο οικόπεδο στο Νότιο Ιόνιο σε συνεργασία με τη Helleniq Energy, ενώ παράλληλα προχωρούν οι σεισμικές έρευνες στις παραχωρήσεις νότια της Κρήτης.
Όπως εξήγησε, τα διαφορετικά έργα βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια ανάπτυξης, δημιουργώντας μια «καμπύλη ωρίμανσης» που επιτρέπει στη χώρα να διατηρεί σταθερή δυναμική στον τομέα των ερευνών υδρογονανθράκων τα επόμενα χρόνια.
Αναφερόμενος στις διεθνείς εξελίξεις, ο κ. Παπασταύρου εξέφρασε την εκτίμηση ότι η συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν μπορεί να οδηγήσει σταδιακά σε αποκλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή, με επαναλειτουργία κρίσιμων θαλάσσιων οδών όπως το Στενό του Ορμούζ και σταδιακή επιστροφή των αγορών σε συνθήκες κανονικότητας.
«Οι συνέπειες της κρίσης δεν θα εξαφανιστούν από τη μία μέρα στην άλλη, όμως εφόσον η συμφωνία εφαρμοστεί στην πράξη, τις επόμενες εβδομάδες και μήνες θα δούμε σταδιακή εξομάλυνση», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η Ελλάδα διαθέτει τα αναγκαία δημοσιονομικά εργαλεία για να στηρίξει νοικοκυριά και επιχειρήσεις εφόσον χρειαστεί.
Για τις τιμές του ρεύματος, ο κ. Παπασταύρου τόνισε ότι, η αυξημένη συμμετοχή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα της Ελλάδας λειτούργησε ως ανάχωμα για περαιτέρω αυξήσεις στις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος, και υπογράμμισε ότι χθες και σήμερα η χώρα μας έχει από τις χαμηλότερες τιμές χονδρικής στην Ευρώπη, με εξαίρεση της Σκανδιναβία και την Εσθονία.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η ενεργειακή μετάβαση λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός θωράκισης της οικονομίας απέναντι στις διεθνείς κρίσεις. Όπως ανέφερε, η συμμετοχή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στο ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα έχει πλέον ξεπεράσει το 50%, συμβάλλοντας καθοριστικά στη συγκράτηση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στην ανάπτυξη υποδομών αποθήκευσης, επισημαίνοντας ότι η εγκατεστημένη ισχύς μπαταριών αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς. Από μηδενική βάση μέχρι πρόσφατα, η χώρα διαθέτει σήμερα σχεδόν 200 MW αποθηκευτικής ισχύος, με στόχο τα 700-800 MW έως το τέλος του 2026 και περισσότερα από 1,2 GW έως το τέλος του 2027.
Σχετικά με την ΑΜΚ του ΑΔΜΗΕ, ο κ. Παπασταύρου τόνισε ότι υπήρξε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον από το εξωτερικό και από την Ελλάδα: "Και με το Δημόσιο να διατηρεί τον έλεγχο. Δίνουμε πολύ μεγάλη σημασία στα δίκτυα. Τα δίκτυα αυτή τη στιγμή είναι αυτά που μας επιτρέπουν να ενισχύσουμε την ενεργειακή μας στρατηγική".
Κλείνοντας, ο υπουργός εξέφρασε αισιοδοξία για την επάρκεια του ηλεκτρικού συστήματος κατά τη θερινή περίοδο, τονίζοντας ότι η στενή συνεργασία με τον ΑΔΜΗΕ και τον ΔΕΔΔΗΕ, σε συνδυασμό με τις επενδύσεις στα δίκτυα και την αποθήκευση, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ασφαλή ηλεκτροδότηση και ομαλή συνέχιση της ενεργειακής μετάβασης της χώρας.