Η προοπτική οριστικής συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν για τον τερματισμό της έντασης στον Περσικό Κόλπο δημιουργεί προσδοκίες για σταδιακή αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών πετρελαίου και κατ’ επέκταση των τιμών καυσίμων στην ελληνική αγορά. Παράγοντες της εγχώριας ενεργειακής αγοράς, μάλιστα, εκτιμούν ότι, εφόσον δεν υπάρξουν νέα απρόοπτα μέχρι την οριστικοποίηση της συμφωνίας, η αγορά θα κινηθεί προς χαμηλότερα επίπεδα τιμών το επόμενο διάστημα.
Κι αυτό την ώρα που ο Πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης από το τη Σύνοδο του Συμβουλίου της ΕΕ έδωσε το στίγμα: «Έχουμε μια πρώτη σημαντική εκτόνωση και χρέος της ελληνικής πολιτείας είναι να εξασφαλίσει ότι η μείωση των τιμών του αργού πετρελαίου θα μεταφραστεί άμεσα και σε μείωση των τιμών στο diesel και τη βενζίνη στην αντλία, ωφελώντας με αυτόν τον τρόπο όλους τους Έλληνες καταναλωτές», ανέφερε.
Οι τιμές
Ήδη οι τιμές διυλιστηρίου καταγράφουν πτωτική πορεία, με τη βενζίνη να διαμορφώνεται στα 1,412 ευρώ ανά λίτρο και το ντίζελ κίνησης στα 1,135 ευρώ. Αντίστοιχα, η μέση λιανική τιμή της αμόλυβδης υποχώρησε στα 1,981 ευρώ ανά λίτρο και του ντίζελ στα 1,717 ευρώ. Οι ίδιες πηγές, μάλιστα, εκτιμούν ότι η πτώση των διεθνών τιμών θα συνεχιστεί τις επόμενες ημέρες και θα περάσει σταδιακά στην αντλία.
Για το αργό πετρέλαιο, η επικρατέστερη εκτίμηση είναι ότι οι τιμές θα κινηθούν σε εύρος 80-100 δολαρίων ανά βαρέλι, με το ανώτατο όριο των 100 δολαρίων να θεωρείται δύσκολο να ξεπεραστεί ακόμη και σε περίπτωση καθυστέρησης στην εφαρμογή της συμφωνίας. Αντίθετα, ενδεχόμενη αποτυχία επίτευξης οριστικής λύσης εντός των επόμενων εβδομάδων θα μπορούσε να επαναφέρει ανοδικές πιέσεις στις διεθνείς αγορές.
Γιατί η κρίση δεν προκάλεσε σοκ αντίστοιχο με προηγούμενες δεκαετίες
Παρά το γεγονός ότι η κρίση στα Στενά του Ορμούζ επηρέασε σημαντικά τόσο τις τιμές όσο και τη διαθεσιμότητα προϊόντων, οι επιπτώσεις ήταν, με βάση στελέχη της αγοράς, σαφώς ηπιότερες σε σχέση με παλαιότερες γεωπολιτικές αναταράξεις.
Σύμφωνα με όσα τονίζουν, αυτό οφείλεται σε μια σειρά παραγόντων. Πρώτον, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μετατραπεί από καθαρό εισαγωγέα στον μεγαλύτερο παραγωγό πετρελαίου παγκοσμίως, γεγονός που ενισχύει την ανθεκτικότητα της διεθνούς αγοράς. Δεύτερον, παρά τα προβλήματα στη ναυσιπλοΐα, σημαντικός αριθμός φορτίων συνέχισε να διέρχεται από την περιοχή, ενώ μέρος των ποσοτήτων μεταφέρθηκε μέσω αγωγών σε εναλλακτικά λιμάνια φόρτωσης.
Ταυτόχρονα, η άνοδος των τιμών περιόρισε τη ζήτηση διεθνώς, λειτουργώντας ως μηχανισμός εξισορρόπησης της αγοράς. Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε επίσης η Κίνα, η οποία είχε προχωρήσει σε εκτεταμένη αποθεματοποίηση αργού πετρελαίου πριν από την κρίση, διαθέτοντας σημαντικά αποθέματα που περιόρισαν την ανάγκη άμεσων αγορών.
Η προσφορά
Παράγοντες, επίσης, της αγοράς υπενθυμίζουν ότι το Ιράν, παρά τα τεράστια αποθέματά του, αδυνατεί σήμερα να αυξήσει γρήγορα την παραγωγή του στα επίπεδα των 5 εκατ. βαρελιών ημερησίως, καθώς κινείται περίπου μεταξύ 1,5 και 2 εκατ. βαρελιών. Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και άλλοι παραγωγοί διαθέτουν δυνατότητες αύξησης της προσφοράς, στοιχείο που λειτουργεί ως ανάχωμα σε ακραίες ανατιμήσεις.
Η φορολογία εξακολουθεί να καθορίζει την τελική τιμή
Τα στελέχη , πάντως, της αγοράς επισημαίνουν ότι η δημόσια συζήτηση συχνά υπερεκτιμά τον ρόλο των διυλιστηρίων στη διαμόρφωση της τελικής τιμής. Χαρακτηριστικά αναφέρουν ότι σε περιόδους όπου η αμόλυβδη ξεπερνούσε τα 2 ευρώ ανά λίτρο, η τιμή εξόδου από το διυλιστήριο αντιστοιχούσε σε περίπου 38% της τελικής τιμής, με το υπόλοιπο να αφορά κυρίως φόρους, τέλη και λοιπές επιβαρύνσεις.
Η τιμολόγηση, όπως εξηγούν, βασίζεται σε διαφανή και προκαθορισμένη μεθοδολογία που λαμβάνει υπόψη τον μέσο όρο των διεθνών τιμών Platts των προηγούμενων ημερών, τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, τα ασφάλιστρα προμήθειας (premiums), το κόστος των βιοκαυσίμων, καθώς και τις υποχρεώσεις τήρησης στρατηγικών αποθεμάτων.
Ιδιαίτερα το κόστος των βιοκαυσίμων επηρεάζει αισθητά τη διαμόρφωση της τιμής, καθώς στο ντίζελ ενσωματώνεται υποχρεωτικό ποσοστό βιοντίζελ που παράγεται από πρώτες ύλες όπως ελαιούχες καλλιέργειες και χρησιμοποιημένα τηγανέλαια. Παράλληλα, οι εταιρείες υποχρεούνται να διατηρούν αποθέματα περίπου 100 ημερών, με σημαντικό χρηματοοικονομικό κόστος που συνδέεται τόσο με την αξία του πετρελαίου όσο και με τα επιτόκια.
Κέρδη, περιθώρια και ο κίνδυνος ζημιών από τη διόρθωση της αγοράς
Παρά τα υψηλά κέρδη που κατέγραψε ο κλάδος τα προηγούμενα χρόνια, οι εκπρόσωποι της αγοράς τονίζουν ότι η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατη. Όπως σημειώνουν, η κερδοφορία ενισχύθηκε από τα υψηλά περιθώρια διύλισης και από ευνοϊκές συγκυρίες στις διεθνείς αγορές, οι οποίες επέτρεψαν την προμήθεια πρώτων υλών σε χαμηλότερες τιμές ή τη διάθεση προϊόντων σε υψηλότερες.
Ωστόσο, η διόρθωση που ακολουθεί την αποκλιμάκωση της κρίσης ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τα οικονομικά αποτελέσματα των επόμενων μηνών. Τα διυλιστήρια έχουν ήδη προμηθευτεί φορτία αργού πετρελαίου για τον Ιούλιο με σημαντικά αυξημένα premiums σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την κρίση. Εάν οι διεθνείς τιμές υποχωρήσουν ταχύτερα, υπάρχει ο κίνδυνος τα προϊόντα να διατεθούν σε χαμηλότερες τιμές από εκείνες με τις οποίες αγοράστηκαν οι πρώτες ύλες, δημιουργώντας πιέσεις στα περιθώρια κέρδους.
Παράλληλα, οι επιχειρήσεις καλούνται να διαχειριστούν αυξημένο κόστος από τα δικαιώματα εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, ενώ υπογραμμίζουν ότι βασική τους προτεραιότητα παραμένει η αδιάλειπτη τροφοδοσία της αγοράς. Όταν τα περιθώρια πιέζονται, οι εξαγωγές περιορίζονται προκειμένου να καλυφθούν οι εγχώριες ανάγκες.
Το φυσικό αέριο παραμένει η μεγάλη εστία ανησυχίας
Αν στο πετρέλαιο οι αγορές δείχνουν να επιστρέφουν σταδιακά σε συνθήκες ισορροπίας, η εικόνα στο φυσικό αέριο παραμένει πιο σύνθετη και αβέβαιη.
Επίσης, η κρίση ανέδειξε για ακόμη μία φορά τη μικρότερη ευελιξία της αγοράς LNG σε σχέση με το πετρέλαιο. Από τα Στενά του Ορμούζ διέρχονται σημαντικές ποσότητες καταριανού LNG, που αντιστοιχούν σχεδόν στο ένα πέμπτο της παγκόσμιας παραγωγής. Σε αντίθεση με το πετρέλαιο, οι δυνατότητες αποθήκευσης και ανακατεύθυνσης φορτίων φυσικού αερίου είναι περιορισμένες.
Οι επιπτώσεις αποτυπώθηκαν άμεσα στις διεθνείς τιμές, με τους βασικούς δείκτες LNG στην Ασία και την Ευρώπη να εκτοξεύονται από περίπου 30 ευρώ στα 50-60 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Επιπλέον, τα πλήγματα σε εγκαταστάσεις υγροποίησης του Κατάρ, τα λεγόμενα “τραίνα”, εκτιμάται ότι θα χρειαστούν αρκετά χρόνια για να αποκατασταθούν πλήρως, δημιουργώντας πιο δομική διαταραχή στην αγορά.
Η συγκυρία είναι ακόμη πιο δύσκολη καθώς η Ευρώπη βρίσκεται στην περίοδο πλήρωσης των αποθηκών ενόψει του χειμώνα. Παρ' όλα αυτά, η είσοδος νέων μονάδων υγροποίησης στις Ηνωμένες Πολιτείες συμβάλλει στην αντιστάθμιση μέρους των απωλειών, ενισχύοντας περαιτέρω τον ρόλο των ΗΠΑ ως κυρίαρχης δύναμης τόσο στην αγορά πετρελαίου όσο και στην αγορά φυσικού αερίου.
Τα μαθήματα της Ευρώπης και η ελληνική ανθεκτικότητα
Οι εξελίξεις, προφανώς, αναζωπυρώνουν τη συζήτηση για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης. Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι η υπερβολική εξάρτηση της Γερμανίας από το ρωσικό φυσικό αέριο μέσω του Nord Stream αποτέλεσε στρατηγικό σφάλμα, το οποίο οδήγησε σε βίαιη αναπροσαρμογή μετά το ξέσπασμα της ενεργειακής κρίσης.
Η Γερμανία αντέδρασε ταχύτατα, αναπτύσσοντας μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα νέες υποδομές εισαγωγής LNG και διαφοροποιώντας τις πηγές προμήθειας. Αντίστοιχα, στην Ελλάδα, η ύπαρξη της Ρεβυθούσας λειτούργησε ως κρίσιμος παράγοντας ενεργειακής ασφάλειας, ιδιαίτερα καθώς το φυσικό αέριο καλύπτει σήμερα μεγάλο μέρος της ηλεκτροπαραγωγής.
Παράλληλα, οι συνομιλητές της αγοράς υπογραμμίζουν ότι η ανθεκτικότητα των ενεργειακών δικτύων αποκτά πλέον νέα σημασία, ειδικά υπό το πρίσμα γεωπολιτικών κινδύνων και υβριδικών απειλών. Η εμπειρία της Ουκρανίας, όπου αναπτύσσονται ακόμη και υπόγειοι υποσταθμοί με πολλαπλάσιο κόστος κατασκευής, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας προσέγγισης που αρχίζει να υιοθετείται διεθνώς.
Κίνα και Ινδία θα καθορίσουν την επόμενη δεκαετία
Σε βάθος χρόνου, οι μεγάλες μεταβλητές για την παγκόσμια αγορά ενέργειας παραμένουν η Κίνα και η Ινδία. Η Κίνα διαθέτει σημαντικά στρατηγικά αποθέματα και συνεχίζει να επηρεάζει καθοριστικά τις ισορροπίες της αγοράς. Ωστόσο, το μεγάλο ερώτημα αφορά την Ινδία, της οποίας η κατανάλωση ενέργειας εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά της κινεζικής.
Εάν η ινδική οικονομία και η ενεργειακή ζήτηση προσεγγίσουν τα κινεζικά επίπεδα τα επόμενα χρόνια, οι επιπτώσεις στις διεθνείς αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου θα είναι καθοριστικές. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί αναλυτές θεωρούν πως μέχρι το τέλος της δεκαετίας η αγορά πετρελαίου ενδέχεται ακόμη και να βρεθεί σε κατάσταση υπερπροσφοράς, υπό την προϋπόθεση ότι η παραγωγή συνεχίσει να αυξάνεται ταχύτερα από τη ζήτηση.
Σε κάθε περίπτωση, η προσωρινή αποκλιμάκωση της έντασης στον Περσικό Κόλπο φαίνεται να απομακρύνει τον κίνδυνο μιας νέας πετρελαϊκής κρίσης. Ωστόσο, η αγορά φυσικού αερίου, οι γεωπολιτικές εξελίξεις και οι ενεργειακές ανάγκες της Ασίας παραμένουν οι κρίσιμοι παράγοντες που θα καθορίσουν την πορεία των τιμών τα επόμενα χρόνια.