Σε μια περίοδο όπου οι διεθνείς αγορές παρακολουθούν με αυξημένη ανησυχία τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τις πιθανές συνέπειες στις τιμές της ενέργειας, νέα μελέτη του ΙΟΒΕ αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο του ενεργειακού κόστους στη διαμόρφωση του πληθωρισμού στην Ελλάδα. Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη γενική συνέλευση του ΣΕΒΤ δείχνουν ότι η ενέργεια εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό μοχλό των ανατιμήσεων, επηρεάζοντας άμεσα τόσο το γενικό επίπεδο τιμών όσο και το κόστος των τροφίμων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε τον Απρίλιο του 2026 στο 4,6%, υπερδιπλάσιος σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης που κινήθηκε στο 2%. Ωστόσο, όταν αφαιρεθεί η επίδραση της ενέργειας, ο πληθωρισμός στην ελληνική οικονομία υποχωρεί αισθητά, στο 3,1%, γεγονός που αποτυπώνει τη βαρύτητα του ενεργειακού κόστους στις ανατιμητικές πιέσεις της περιόδου.
Η επίδραση αυτή είναι ιδιαίτερα εμφανής και στην αγορά τροφίμων, όπου η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά. Η ανάλυση του ΙΟΒΕ καταγράφει ότι οι σημαντικότερες αυξήσεις προέρχονται κυρίως από τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα και τις εισαγόμενες πρώτες ύλες, ενώ τα επεξεργασμένα και τυποποιημένα προϊόντα εμφανίζουν σαφώς ηπιότερες μεταβολές τιμών.
Είναι χαρακτηριστικό ότι τον Απρίλιο του 2026 ο πληθωρισμός στα τρόφιμα ανήλθε στο 4,4%, με τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα να καταγράφουν άνοδο 9,2%, την ώρα που οι τιμές στα επεξεργασμένα τρόφιμα αυξήθηκαν μόλις κατά 0,6%. Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει ότι η μεγαλύτερη πίεση προέρχεται από τα νωπά προϊόντα και όχι από τα επώνυμα τυποποιημένα προϊόντα της βιομηχανίας τροφίμων.
Στο πλαίσιο αυτό, ο πρόεδρος του ΣΕΒΤ, Γιάννης Γιώτης, επιχείρησε από το βήμα της γενικής συνέλευσης του Συνδέσμου, το βράδυ της Πέμπτης 28/5, να υπερασπιστεί τον ρόλο της βιομηχανίας τροφίμων απέναντι στις αιτιάσεις περί ευθύνης για τις ανατιμήσεις. «Μη δαιμονοποιείτε τη βιομηχανία τροφίμων για τον πληθωρισμό», ανέφερε χαρακτηριστικά, υποστηρίζοντας ότι ο κλάδος απορρόφησε σημαντικό μέρος των αυξήσεων σε ενέργεια, καύσιμα και πρώτες ύλες, λειτουργώντας ως «ανάχωμα» στις πιέσεις των τιμών.
Ο ίδιος έκανε λόγο για άδικη στοχοποίηση της βιομηχανίας, τόσο την περίοδο της εκτίναξης των τιμών του ελαιολάδου όσο και σήμερα, όταν οι μεγαλύτερες αυξήσεις εντοπίζονται σε κατηγορίες όπως τα φρούτα, τα ψάρια και το κρέας.
Τα συμπεράσματα της μελέτης του ΙΟΒΕ κινούνται στην ίδια κατεύθυνση, καθώς αποτυπώνουν ότι οι εντονότερες ανατιμήσεις καταγράφονται κυρίως στα νωπά προϊόντα, τα οποία επηρεάζονται άμεσα από παράγοντες όπως οι καιρικές συνθήκες, η κλιματική αλλαγή, η περιορισμένη παραγωγή και οι διακυμάνσεις στις διεθνείς αγορές αγροτικών προϊόντων. Αντίθετα, οι τιμές των επεξεργασμένων τροφίμων παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητες, παρά την πίεση από την ενέργεια και τις πρώτες ύλες.
Στην Ευρωζώνη, ο πληθωρισμός τροφίμων διαμορφώθηκε τον Απρίλιο στο 2,2%, με τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα να αυξάνονται κατά 4,6% και τα επεξεργασμένα κατά 1%. Το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι, αν και το φαινόμενο παρατηρείται συνολικά στην Ευρώπη, στην Ελλάδα οι πιέσεις εμφανίζονται εντονότερες.
Πέρα από την ακρίβεια, η μελέτη καταγράφει και ένα ευρύτερο πλέγμα προκλήσεων για τη βιομηχανία τροφίμων και ποτών. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών, οι δυσλειτουργίες στην εφοδιαστική αλυσίδα, οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στη διαθεσιμότητα πρώτων υλών, αλλά και το υψηλό ενεργειακό κόστος που εξακολουθεί να επιβαρύνει τις επιχειρήσεις.
Παράλληλα, ο κλάδος καλείται να προσαρμοστεί στις κανονιστικές αλλαγές, να επιταχύνει τον ψηφιακό μετασχηματισμό του και να ανταποκριθεί στον αυξανόμενο διεθνή ανταγωνισμό, σε μια περίοδο που η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό εμπόδιο.
Ο πρόεδρος του ΣΕΒΤ εξέφρασε, τέλος, την ανησυχία του για τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, προειδοποιώντας ότι πιθανές αναταράξεις στις αγορές πρώτων υλών, υλικών συσκευασίας και λιπασμάτων θα μπορούσαν να προκαλέσουν νέο κύκλο πιέσεων στο κόστος παραγωγής. Όπως σημείωσε, οι συνέπειες της κρίσης παραμένουν απρόβλεπτες, σε μια συγκυρία όπου ο κλάδος βρίσκεται ήδη αντιμέτωπος με διαρκείς πιέσεις και αυξημένες απαιτήσεις παραγωγικότητας.