Μενού Ροή
ee
ΕΕ: Η κρίση φέρνει πιο κοντά την ενιαία αγορά ενέργειας

Η ωρίμανση και η ενοποίηση των ενεργειακών αγορών της Ευρώπης, προτάσσεται, ως βασικό “ανάχωμα” στην νέα κρίση που φέρνει η γεωπολιτική αναταραχή στη Μέση Ανατολή. Για άλλη μια φορά η ΕΕ  καλείται να διαχειριστεί μια κατάσταση, που δεν την διαμορφώνει η ίδια, αλλά από την οποία επηρεάζεται άμεσα. 

Με βάση με βάση, ανάλυση του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων της ΕΣΕΕ για τις επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή με θέμα: «Σύρραξη στη Μέση Ανατολή: Επιπτώσεις στο διεθνές εμπόριο και την παγκόσμια οικονομία», η  Ευρωζώνη είναι η πιο εκτεθειμένη μεγάλη οικονομία. Οι αναλύσεις συμφωνούν ότι η Ευρωζώνη είναι πιο ευάλωτη επειδή εισάγει σχεδόν όλο το πετρέλαιο και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από LNG και έχει ήδη ενεργειακό κόστος υψηλότερο από ΗΠΑ και Ασία.

Όπως αναφέρεται, το σοκ στο εμπόριο θα έρθει κυρίως μέσω εφοδιαστική (logistics). Ακόμη και χωρίς πλήρη αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ αυξάνονται ασφάλιστρα (insurance premiums), καθυστερούν πλοία, αλλάζουν διαδρομές και κλείνουν αεροπορικοί διάδρομοι.

Το αποτέλεσμα εξαρτάται από τη διάρκεια του πολέμου. Όλες οι αναλύσεις χωρίζουν τα σενάρια σε δύο κατηγορίες: short conflict και prolonged regional war.

Διαβαθμίζοντας την επικινδυνότητα της κατάστασης στη βάση των τριών κύριων σεναρίων που επεξεργάζεται η διεθνής κοινότητα, η Ανάλυση παραθέτει τις εκτιμώμενες επιπτώσεις:

Σενάριο 1: Σύντομη κρίση και περιορισμένες επιπτώσεις: Σε περίπτωση που οι στρατιωτικές επιχειρήσεις περιοριστούν σε λίγες ημέρες ή εβδομάδες, οι επιπτώσεις στις αγορές θα είναι κυρίως βραχυπρόθεσμες. Σε αυτό το σενάριο, η παγκόσμια οικονομία θα δεχθεί περιορισμένο πλήγμα. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Oxford Economics, μια μέτρια διαταραχή στις ενεργειακές ροές θα μπορούσε να μειώσει την παγκόσμια ανάπτυξη κατά περίπου 0,1 ποσοστιαία μονάδα και να αυξήσει τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ και την Ευρωζώνη κατά περίπου 0,3-0,4 ποσοστιαίες μονάδες (Oxford Economics, 2026). Οι επιπτώσεις στο διεθνές εμπόριο θα είναι μικρές και κυρίως προσωρινές.

Σενάριο 2: Μέτρια διαταραχή των ενεργειακών ροών: Ένα πιο πιθανό σενάριο είναι η παρατεταμένη ένταση χωρίς πλήρη αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ. Σε αυτή την περίπτωση, οι επιθέσεις σε πλοία ή ενεργειακές υποδομές θα αυξήσουν τα ασφάλιστρα μεταφοράς και θα προκαλέσουν διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές. Οι τιμές πετρελαίου θα μπορούσαν να κινηθούν στα 80 δολάρια ανά βαρέλι κατά τη διάρκεια του β’ τριμήνου πριν υποχωρήσουν σταδιακά (Oxford Economics, 2026). Οι συνέπειες για το διεθνές εμπόριο θα είναι πιο αισθητές.

Σενάριο 3: Παρατεταμένη σύγκρουση και σοβαρό ενεργειακό σοκ: Το πιο ακραίο σενάριο αφορά μια παρατεταμένη περιφερειακή σύγκρουση που θα επηρεάσει ουσιαστικά τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ. Σε αυτή την περίπτωση, οι τιμές πετρελαίου θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα 100 δολάρια ανά βαρέλι, προκαλώντας σημαντικές αναταράξεις στις αγορές και επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας (ING Think, 2026). Σημαντική επιβράδυνση όλης της παγκόσμιας οικονομίας, αυξημένος πληθωρισμός και πιθανές αναταράξεις σε όλες τις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Ευρωπαϊκή Ένωση: «διπλό σοκ» (ενέργεια & εμπορική αβεβαιότητα). 

Το Ινστιτούτο Μελετών Ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUISS) τονίζει ότι πέρα από την ενέργεια, διακυβεύεται η ελευθερία ναυσιπλοΐας και ευρύτερα στρατηγικά προϊόντα/εφοδιαστικές ροές (π.χ. λιπάσματα) που κινούνται από και προς όλες της χώρες της Ε.Ε. (EUISS, 2026). 

Αυτό μεταφράζεται σε υψηλότερα κόστη εισαγωγών, πιθανή αναζωπύρωση πιέσεων σε τιμές τροφίμων και μεγαλύτερο κόστος λειτουργίας για βιομηχανία και λιανικό εμπόριο.

Ο πόλεμος Ρωσίας-Ουκρανίας ως πολλαπλασιαστής κινδύνου για την ενεργειακή επίδραση της κρίσης στη Μέση Ανατολή

Η ενεργειακή επίδραση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς να ληφθεί υπόψη η προηγούμενη ενεργειακή κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος Ρωσίας-Ουκρανίας. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022 οδήγησε σε αναδιάρθρωση των ενεργειακών ροών προς την Ευρώπη και αύξηση τη σημασία των παγκόσμιων αγορών LNG και πετρελαίου.

Πριν το 2022, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τη Ρωσία για την προμήθεια φυσικού αερίου, με περίπου 40% των εισαγωγών φυσικού αερίου να προέρχονται από ρωσικούς

αγωγούς. Μετά την εισβολή και τις κυρώσεις, η Ευρώπη αναγκάστηκε να μειώσει δραστικά την εξάρτησή της από το ρωσικό αέριο και να στραφεί σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας, κυρίως υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Κατάρ και άλλους παραγωγούς.

Αυτή η μετάβαση είχε δύο σημαντικές συνέπειες:

Πρώτον, η Ευρώπη έγινε πιο εξαρτημένη από τις παγκόσμιες αγορές LNG, όπου οι τιμές καθορίζονται από τον ανταγωνισμό μεταξύ Ευρώπης και Ασίας.

Δεύτερον, η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης συνδέθηκε περισσότερο με τις θαλάσσιες διαδρομές της Μέσης Ανατολής, ιδιαίτερα με τα Στενά του Ορμούζ, μέσω των οποίων διέρχεται σημαντικό μέρος του παγκόσμιου εμπορίου LNG.

Κατά συνέπεια, η σημερινή κρίση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει μια ήδη ευάλωτη ενεργειακή αγορά. Εάν οι ροές LNG από τον Περσικό Κόλπο διαταραχθούν, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα αναγκαστεί να ανταγωνιστεί την Ασία για διαθέσιμα φορτία φυσικού αερίου στην παγκόσμια αγορά, κάτι που είχε ήδη συμβεί κατά την ενεργειακή κρίση της περιόδου 2021-2023.

Επιπτώσεις για την ασφάλεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Η ενίσχυση της στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ Ρωσίας και Ιράν αποτελεί έναν νέο παράγοντα αστάθειας για την ευρωπαϊκή ασφάλεια και το γεωπολιτικό περιβάλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η συνεργασία αυτή έχει εξελιχθεί από περιορισμένη στρατιωτική υποστήριξη σε βαθύτερη στρατηγική σύγκλιση που επηρεάζει τόσο τον πόλεμο στην Ουκρανία όσο και την ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή.

Βασικές διαστάσεις της συνεργασίας

Το ΥΠΕΝ

Στο φόντο, στη συνέντευξή του στην εκπομπή Press talk του ΕΡΤnews, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου,. αναφερόμενος στις δηλώσεις του προέδρου της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν, σημείωσε ότι η εργαλειοποίηση της ενέργειας αποδεικνύει την ορθότητα της στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για σταδιακή απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο.

Παράλληλα, επισήμανε ότι σε περιόδους κρίσης συχνά αναδεικνύεται ένας «ενεργειακός ρεαλισμός» στις διεθνείς σχέσεις, χωρίς όμως να αλλάζει η βασική στρατηγική κατεύθυνση της Ευρώπης και των συμμάχων της.

Ανάγκη για κοινή ευρωπαϊκή στρατηγική

Ο υπουργός υπογράμμισε την ανάγκη για κοινή ευρωπαϊκή αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, τονίζοντας ότι μέχρι σήμερα πολλές χώρες επιχειρούσαν να διαχειριστούν τις κρίσεις μεμονωμένα.

«Η Ευρώπη πρέπει να κινηθεί με ενιαία στρατηγική», δήλωσε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι τόσο στο Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας όσο και στις οικονομικές συναντήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης συζητούνται προτάσεις για κοινές ευρωπαϊκές παρεμβάσεις που θα ενισχύσουν την ενεργειακή ασφάλεια και θα περιορίσουν τις επιπτώσεις της κρίσης στα κράτη-μέλη.

Η Ευρώπη πρέπει να κάνει πολλά ακόμα σε ζητήματα ενέργειας

Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας παραδέχθηκε ότι η Ευρώπη δεν έχει ακόμη πετύχει τον στόχο της ενιαίας ενεργειακής αγοράς. «Δεν είμαστε ικανοποιημένοι», τόνισε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι «σε επίπεδο ενιαίας αγοράς ενέργειας η Ευρώπη δεν τα έχει καταφέρει».

Ο κ. Παπασταύρου υπενθύμισε ότι το καλοκαίρι του 2024 καταγράφηκε μια έντονη διαφοροποίηση στις τιμές ενέργειας μεταξύ Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης. «Υπήρχε μια διαχωριστική γραμμή από την Αυστρία και πάνω σε σχέση με τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, όπου οι τιμές ήταν διπλάσιες», σημείωσε, προσθέτοντας ότι σε μια πραγματικά ενιαία αγορά ενέργειας τέτοιες αποκλίσεις δεν θα έπρεπε να υπάρχουν.

Όπως εξήγησε, η Ευρώπη συχνά προχωρά σε θεσμικές αλλαγές ύστερα από κρίσεις. «Η Ευρώπη εξελίχθηκε όταν ταρακουνήθηκε από κρίσεις», ανέφερε, τονίζοντας ότι και στον ενεργειακό τομέα η πίεση των τελευταίων ετών οδηγεί σε νέες πρωτοβουλίες.

Κεντρικό ζήτημα για το μέλλον της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής, σύμφωνα με τον υπουργό, αποτελεί η ενίσχυση των ενεργειακών διασυνδέσεων μεταξύ των κρατών-μελών. Όπως ανέφερε, στον επόμενο προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα κονδύλια για έργα ενεργειακής διασύνδεσης αυξάνονται σημαντικά.

«Από περίπου 6 δισεκατομμύρια ευρώ φτάνουν σχεδόν στα 29,5 δισεκατομμύρια», είπε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι η αύξηση αυτή δείχνει πως η Ευρώπη έχει πλέον αντιληφθεί ότι «στην πραγματικότητα δεν υπάρχει μία ενιαία αγορά ενέργειας».

Όπως εξήγησε, σήμερα δεν είναι εύκολο να μεταφερθεί πλεονάζουσα ενέργεια από μία περιοχή της Ευρώπης σε μια άλλη. Έτσι, «συνυπάρχουν ουσιαστικά επιμέρους αγορές ενέργειας που δεν είναι πραγματικά διασυνδεδεμένες».

Ο Σταύρος Παπασταύρου συνέδεσε το ενεργειακό ζήτημα με τη συνολική θέση της Ευρώπης στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Όπως τόνισε, «η ενέργεια έχει καθοριστική σημασία για την εθνική ασφάλεια, για την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας αλλά και για την τεχνολογική εξέλιξη».

Στη συζήτηση τέθηκε και το ερώτημα αν η Ευρώπη έχει απλώς αντικαταστήσει την ενεργειακή της εξάρτηση από τη Ρωσία με μια νέα εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο υπουργός απάντησε ότι «η εξάρτηση από μία μόνο πηγή προμήθειας ποτέ δεν είναι καλή». Ωστόσο, έκανε διάκριση μεταξύ αγορών που λειτουργούν με ιδιωτικές εταιρείες και περιπτώσεων όπου η ενέργεια χρησιμοποιείται ως πολιτικό εργαλείο.

Όπως σημείωσε, σε χώρες όπου λειτουργεί ελεύθερη αγορά ενέργειας, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι εταιρείες «κινούνται με τους όρους της αγοράς» και όχι με γεωπολιτικά κριτήρια.

Ο Κ. Πιερρακάκης

Την ίδια ώρα Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Πρόεδρος του Eurogroup Κυριάκος Πιερρακάκης μετά, τη συνεδρίαση του Eurogroup, υπογράμμισε ότι τα ενεργειακά δίκτυα και η συνολική ενεργειακή αρχιτεκτονική χτίζονται σε μεγαλύτερους χρονικούς ορίζοντες και απαιτούν μια σαφή στρατηγική οπτική, καθώς και ένα σταθερό και αξιόπιστο πολιτικό και ρυθμιστικό πλαίσιο.

Ασπίδα, η ενεργειακή μετάβαση

«Εστιάσαμε στην επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, στην περαιτέρω ανάπτυξη και διασύνδεση των ευρωπαϊκών ενεργειακών δικτύων, στη διασφάλιση καλά λειτουργουσών και ολοκληρωμένων ενεργειακών αγορών, καθώς και στην υποστήριξη επενδύσεων σε υποδομές ενέργειας, ενεργειακή αποδοτικότητα και ενεργειακή ασφάλεια».

Οι συζητήσεις των υπουργών της Ευρωζώνης έγιναν με τη συμβολή της προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Κριστίν Λαγκάρντ και της προέδρου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων Νάντια Καλβίνο.

Ο κ. Πιερρακάκης, μετά την ολοκλήρωση του Eurogroup, επεσήμανε ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να παραμένει σε συνεχή κατάσταση διαχείρισης κρίσεων και πως η στρατηγική της Ευρώπης πρέπει να υπερβαίνει την κρίση της στιγμής.

«Έχουμε αυτήν τη διπλή προσέγγιση γιατί, από τη μία, προσπαθούμε να επιλύσουμε εκκρεμή ζητήματα του παρελθόντος και, από την άλλη, να απαντήσουμε στην αναδυόμενη κρίση και τις προκλήσεις του αύριο. Οι πρόσφατες εξελίξεις ενισχύουν την πεποίθησή μας ότι πρέπει να προχωρήσουμε ταχύτερα για να ενισχύσουμε την οικονομία μας και τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης».

Ενιαία ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά

«Υπάρχουν πράγματα που πρέπει να γίνουν στρατηγικά και πράγματα που χρειάζονται άμεση αντίδραση. Η ενεργειακή πολιτική ανήκει στους υπουργούς Ενέργειας, αλλά οι υπουργοί Οικονομικών πρέπει να την παρακολουθούν, διότι οι βασικοί παράγοντες πληθωρισμού τώρα στην ΕΕ είναι οι τιμές ενέργειας, κατοικίας και τροφίμων. Αυτά επηρεάζουν τα νοικοκυριά σε όλη την Ευρώπη», τόνισε για τα εργαλεία της ενεργειακής κρίσης.

«Στρατηγικά, χρειαζόμαστε διασυνδέσεις, μια ενιαία ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά και προσαρμογές στο ρυθμιστικό πλαίσιο. Η ενεργειακή πολιτική είναι κεντρική για την ανταγωνιστικότητα και την ενότητα της ΕΕ. Παράλληλα, πρέπει να μπορούμε να αντιδράμε σε κρίσεις. Η ΕΕ έχει ιστορικά ενσωματώσει κρίσεις και αναπτύξει νέα εργαλεία. Από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία αναπτύξαμε εργαλεία για κρίσεις, αλλά προς το παρόν δεν είμαστε ακόμη στο σημείο να τα ενεργοποιήσουμε. Χρειάζεται σταθερότητα για να σκεφτούμε τις κατάλληλες δράσεις. Το μήνυμα είναι ότι έχουμε εργαλεία και πολιτική βούληση να αντιδράσουμε, αν χρειαστεί».

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας