Η υποχώρηση των διεθνών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, μετά τα θετικά μηνύματα από τις επαφές ΗΠΑ και Ιράν και την αυξανόμενη πιθανότητα πλήρους αποκατάστασης της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, επαναφέρει αισιοδοξία στις ενεργειακές αγορές. Συγκεκριμένα, η αποκλιμάκωση των τιμών του Brent από τα πρόσφατα υψηλά επίπεδα αντανακλά την εκτίμηση των επενδυτών ότι οι ενεργειακές ροές από τη Μέση Ανατολή μπορούν σταδιακά να επανέλθουν σε κανονικούς ρυθμούς, περιορίζοντας τους φόβους για νέα διαταραχή στον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό. Έτσι για σήμερα οι τιμές του μπρεντ κινούνται ελαφρώς πτωτικά, κάτω από τα 83 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ και το φυσικό αέριο κινείται πέριξ των 43 ευρώ ανά θερμική μεγαβατώρα στον κόμβο TTF.
Για την Ελλάδα, πάντως, η οποία εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από εισαγόμενους ενεργειακούς πόρους, η εξέλιξη αυτή συνιστά θετικό σήμα για το κόστος ενέργειας και τη συνολική οικονομική δραστηριότητα. Ωστόσο, οι προοπτικές συνοδεύονται από σημαντικές αβεβαιότητες, καθώς οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι στην ευρύτερη περιοχή δεν έχουν εκλείψει.
Ανακούφιση σε καύσιμα, μεταφορές και παραγωγή
Πιο συγκεκριμένα, η αποκλιμάκωση των τιμών του πετρελαίου αναμένεται να λειτουργήσει υποστηρικτικά για κλάδους με υψηλή ενεργειακή ένταση. Μεταφορές, βιομηχανία, logistics, τουρισμός και παραγωγικές δραστηριότητες, άλλωστε, επηρεάζονται άμεσα από το κόστος των καυσίμων και της ενέργειας. Εφόσον η πτωτική τάση διατηρηθεί, μπορεί να περιοριστεί μέρος των πιέσεων που έχουν συσσωρευτεί στο λειτουργικό κόστος επιχειρήσεων και νοικοκυριών.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η επίδραση στις ακτοπλοϊκές και αεροπορικές μεταφορές, όπου το ενεργειακό κόστος αποτελεί κρίσιμο παράγοντα διαμόρφωσης της κερδοφορίας και των τιμολογίων. Παράλληλα, η σταδιακή εξομάλυνση της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο εκτιμάται ότι θα συμβάλει στη μείωση του κόστους μεταφοράς και ασφάλισης, το οποίο είχε αυξηθεί λόγω της γεωπολιτικής έντασης.
Θετικό σήμα για τις αγορές και τον πληθωρισμό
Οι διεθνείς αγορές υποδέχθηκαν, βέβαια, θετικά την προοπτική συμφωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, καθώς μειώνεται ο κίνδυνος ενός νέου ενεργειακού σοκ. Η αποκλιμάκωση των τιμών των ενεργειακών προϊόντων ενισχύει τις προσδοκίες για ηπιότερες πληθωριστικές πιέσεις και ευνοϊκότερες συνθήκες για την παγκόσμια ανάπτυξη.
Παράλληλα, η μείωση του ενεργειακού κόστους αφαιρεί πίεση από τις κεντρικές τράπεζες, καθώς η ενέργεια παραμένει ένας από τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν τον πληθωρισμό διεθνώς.
Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κομβικός παράγοντας
Παρά τη βελτίωση του κλίματος, όμως, η πλήρης αποκατάσταση των πετρελαϊκών ροών απαιτεί χρόνο. Πλοία και φορτία εξακολουθούν να επηρεάζονται από τις πρόσφατες αναταράξεις, ενώ η επαναφορά των ενεργειακών εφοδιαστικών αλυσίδων σε πλήρη κανονικότητα δεν είναι άμεση διαδικασία.
Επιπλέον, οι αγορές συνεχίζουν να ενσωματώνουν ένα γεωπολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου στις τιμές του πετρελαίου, καθώς η περιοχή παραμένει στρατηγικά ευαίσθητη. Ως εκ τούτου, οι πιθανότητες μόνιμης και έντονης πτώσης των τιμών εξακολουθούν να θεωρούνται περιορισμένες.
Οι προκλήσεις για την ελληνική οικονομία
Για την ελληνική οικονομία, η αποκλιμάκωση των ενεργειακών τιμών μπορεί να προσφέρει σημαντική στήριξη σε μια περίοδο όπου το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να επηρεάζει τον πληθωρισμό και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Ωστόσο, η εμπειρία δείχνει ότι η μεταφορά των μειώσεων στις τελικές τιμές καταναλωτή πραγματοποιείται συνήθως με πιο αργούς ρυθμούς από ό,τι οι αυξήσεις.
Ουσιαστικά, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή αναμένεται να επηρεάσουν σημαντικά τις τιμές και το 2026, με την Τράπεζα της Ελλάδος να προβλέπει ότι ο ενεργειακός πληθωρισμός στη χώρα θα εκτιναχθεί στο 11%. Παράλληλα, ο γενικός πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα αυξηθεί στο 3,8% από 2,9% το 2025, καθώς οι υψηλότερες τιμές ενέργειας περνούν σταδιακά στην οικονομία και στις υπηρεσίες.
Έτσι, στο νέο Inflation Monitor, που δημοσιεύτηκε χθες, επισημαίνεται ότι η άνοδος των τιμών της ενέργειας συνδέεται άμεσα με τις αναταράξεις στη Μέση Ανατολή, οι οποίες διατήρησαν τις τιμές των ενεργειακών εμπορευμάτων σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από εκείνα πριν από την κρίση. Ειδικά στην Ευρώπη, οι τιμές φυσικού αερίου ενισχύθηκαν λόγω της ανάγκης αναπλήρωσης των αποθεμάτων ενόψει του χειμώνα και του αυξημένου ανταγωνισμού για φορτία LNG.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις, ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα θα διαμορφωθεί στο 3,8% το 2026, έναντι 3% στην Ευρωζώνη, ενώ ο ενεργειακός πληθωρισμός θα φθάσει το 11%, σημαντικά υψηλότερα από το 8,4% που προβλέπεται για την Ευρωζώνη.
Για το 2027 προβλέπεται αποκλιμάκωση του γενικού πληθωρισμού στο 2,6% και του ενεργειακού στο 1%, υπό την προϋπόθεση ότι θα υποχωρήσουν οι τιμές των ενεργειακών εμπορευμάτων. Τα στοιχεία του Μαΐου δείχνουν ήδη την ένταση των πιέσεων. Ο ενεργειακός πληθωρισμός στην Ελλάδα ανήλθε στο 20%, έναντι 10,9% στην Ευρωζώνη. Στα επιμέρους στοιχεία, οι τιμές των υγρών καυσίμων αυξήθηκαν κατά 53,2%, των καυσίμων κίνησης κατά 22,1%, ενώ το φυσικό αέριο κατέγραψε άνοδο 21%.
Με βάση, δε, την ΤτΕ,, παράγοντες όπως οι μισθολογικές αυξήσεις, η ισχυρή τουριστική ζήτηση, το κόστος στέγασης και οι συνθήκες χρηματοδότησης συνεχίζουν να τροφοδοτούν πληθωριστικές πιέσεις, περιορίζοντας το συνολικό αποπληθωριστικό αποτέλεσμα της φθηνότερης ενέργειας.
Το επόμενο κρίσιμο διάστημα
Στο φόντο αυτό, το επόμενο διάστημα θα είναι καθοριστικό για την πορεία των ενεργειακών αγορών. Η εφαρμογή μιας ενδεχόμενης συμφωνίας ΗΠΑ – Ιράν, η ταχύτητα αποκατάστασης των εξαγωγών και η ομαλοποίηση της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο, αλλά και η ενεργοποίηση των ανακλαστικών της αγοράς στο εσωτερικό όπως και των ελεγκτικών μηχανισμών θα κρίνουν αν η τρέχουσα αποκλιμάκωση αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά.
Σε κάθε περίπτωση, η πτώση των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου αποτελεί θετική εξέλιξη για την Ελλάδα, δημιουργώντας προϋποθέσεις μείωσης του ενεργειακού κόστους και ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας.