Μενού Ροή
Ένα στα τέσσερα νοικοκυριά καθυστερεί ή αδυνατεί να καλύψει την πληρωμή του ρεύματος

Τα ενεργειακά κόστη, πέρα από τα τρόφιμα, “ροκανίζουν” το διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών, επεκτείνοντας πλέον την οικονομική πίεση και στα μεσαία εισοδηματικά στρώματα. 

Με βάση την ετήσια έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, για το εισόδημα και τις δαπάνες διαβίωσης των νοικοκυριών 2025 (14η κατά σειρά) , οι πιέσεις στο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών εντείνονται και επεκτείνονται στα μεσαία εισοδηματικά στρώματα, με αυξημένη αδυναμία κάλυψης του μήνα, περισσότερες περικοπές για την κάλυψη των αναγκαίων και συρρίκνωση της κατηγορίας των νοικοκυριών που τα καταφέρνουν χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες.

Μάλιστα, με βάση την έρευνα, οι δυσκολίες επηρεάζουν πλέον, όχι μόνο τα οικονομικά αδύναμα νοικοκυριά, αλλά και τα μεσαία εισοδήματα (π.χ. έως 25.000 ευρώ οικογενειακό ετήσιο εισόδημα). Αξίζει να σημειωθεί ότι η σταδιακή υποχώρηση της πίεσης, που είχε διαφανεί την προηγούμενη χρονιά (σύγκριση 2023-2024) σε ορισμένους δείκτες, ανακόπτεται ή και αντιστρέφεται στη φετινή έρευνα. 

Πρόκειται ενδεχομένως για μια ένδειξη ότι οι πιέσεις λόγω του πληθωρισμού λειτουργούν σωρευτικά χρόνο με το χρόνο και οι αντοχές των νοικοκυριών εξαντλούνται. Στη φετινή έρευνα καταγράφεται ένα αρνητικό ρεκόρ, αφού το εισόδημα εξανεμίζεται όλο και για περισσότερους και όλο πιο γρήγορα. 

Με βάση την έρευνα, το ποσοστό των νοικοκυριών που το εισόδημά τους τελειώνει πριν το τέλος του μήνα έφτασε στο υψηλότερο σημείο του διαχρονικά, αυξημένο κατά 2,1 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά (62,1% έναντι 60,0% το 2024). Επίσης, στα νοικοκυριά που δήλωσαν ότι το εισόδημά τους δεν φτάνει ως το τέλος του μήνα, πλέον αυτό επαρκεί κατά μέσο όρο για 18 ημέρες (έναντι 19 το 2024). 

Επομένως, δεν είναι τυχαία η περαιτέρω αύξηση των νοικοκυριών που αντιμετωπίζουν σοβαρές στερήσεις και οικονομική ανασφάλεια. Ενδεικτικά, το 12,1% των νοικοκυριών δήλωσε ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των βασικών του αναγκών (έναντι 11,7% το 2024), 54,0% ότι χρειάζεται να κάνει περικοπές προκειμένου να καλύψει τα αναγκαία (έναντι 52,2% το 2024) και 55,7% ότι δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ή θα μπορούσε να αντιμετωπίσει με μεγάλη δυσκολία ένα έκτακτο έξοδο της τάξης των 500€ (έναντι 58,3% το 2024). 

Η ενέργεια

Στο μεταξύ “ως νάρκη” για το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών λειτουργεί το κόστος της ενέργειας, με τους λογαριασμούς ρεύματος και θέρμανσης να απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος των μηνιαίων δαπανών. 

Σύμφωνα με την ετήσια έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, το 65,5% των νοικοκυριών δαπάνησε το 2025 περισσότερα για λογαριασμούς σπιτιού σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, ενώ σχεδόν ένα στα τέσσερα καθυστερεί ή αδυνατεί να καλύψει την πληρωμή του ρεύματος. 

Παρά τη σχετική αποκλιμάκωση σε σύγκριση με το 2024, τα ποσοστά παραμένουν υψηλά σε ιστορική βάση, επιβεβαιώνοντας ότι η ενεργειακή ακρίβεια εξακολουθεί να λειτουργεί ως βασικός παράγοντας εισοδηματικής πίεσης, περιορίζοντας τη δυνατότητα των νοικοκυριών να ανταποκριθούν σε άλλες βασικές ή ανελαστικές δαπάνες. 

Αναλυτικά, οι τρεις βασικές κατηγορίες δαπανών στις οποίες συνεχίζουν να κατευθύνονται τα περισσότερα χρήματα των νοικοκυριών είναι οι λογαριασμοί σπιτιού, τα είδη διατροφής και η θέρμανση, ενώ σημαντικό μέρος των δαπανών απορροφούν επίσης η υγεία και τα φάρμακα, καθώς και η μετακίνηση. 

Οι δαπάνες

Με βάση τα στοιχεία της έρευνας που δημοσιεύτηκε χθες, το 65,5% των νοικοκυριών δαπάνησε το 2025 περισσότερα για λογαριασμούς σπιτιού και το 65,2% περισσότερα για είδη διατροφής σε σχέση με το 2024. Αντίθετα, το 39,3% περιόρισε τις δαπάνες για εξόδους ψυχαγωγίας, όπως εστιατόρια, καφέ και σινεμά, ενώ το 35,2% μείωσε τις δαπάνες για ένδυση και υπόδηση. 

Παρά τη μείωση που καταγράφεται σε σύγκριση με το 2024 στο ποσοστό των νοικοκυριών που καθυστερούν ή αδυνατούν να καλύψουν την πληρωμή του ρεύματος (23,2% από 28,2%) και της θέρμανσης (20,2% από 22,8%), καθώς και δαπανών για φροντιστήρια, εκπαίδευση ή βρεφονηπιακούς σταθμούς (9,5% από 10,5%), η γενικότερη εικόνα της περιόδου από τον Δεκέμβριο του 2019 έως τον Ιανουάριο του 2025 παραμένει αρνητική, με τα σχετικά ποσοστά να εξακολουθούν να βρίσκονται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Σύμφωνα με τους αναλυτές του Ινστιτούτου, τα ευρήματα της φετινής έρευνας επιβεβαιώνουν την καθοριστική επίδραση των αυξήσεων στα τρόφιμα στην οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών, έστω και ελαφρώς μειωμένη σε σχέση με το 2024. 

Το 69,8% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι οι αυξήσεις στα είδη διατροφής ήταν εκείνες που τους επηρέασαν περισσότερο, αναγκάζοντάς τους να περιορίσουν άλλες δαπάνες για να ανταπεξέλθουν. 

Υψηλό, αν και μειωμένο, παραμένει και το ποσοστό όσων αναφέρουν ως σημαντικότερη επιβάρυνση τις αυξήσεις στην ηλεκτρική ενέργεια (53,8%), στη βενζίνη και το πετρέλαιο κίνησης (17,5%) και στο πετρέλαιο θέρμανσης (13,7%). 

Χαρακτηριστικό της φετινής έρευνας είναι, τέλος, η αύξηση του ποσοστού όσων εντοπίζουν τη μεγαλύτερη πίεση σε άλλες δαπάνες πέραν των συνήθων, το οποίο ανήλθε στο 9,1% από 3,7% το 2024, εξέλιξη που συνδέεται κυρίως με την άνοδο των ενοικίων, τα οποία το 6,3% των νοικοκυριών κατονομάζει πλέον ως βασική πηγή επιβάρυνσης.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας