Ένα πολυσυζητημένο, αναγκαίο - ίσως και αναμενόμενο - αλλά σίγουρα κομβικό πρωτογενές πλεόνασμα ανακοινώθηκε πριν από λίγες ημέρες από την Ελληνική Στατιστική Αρχή για το έτος 2025. Μια οικονομική “φόρμουλα” που, όσο απλή και σύντομη κι αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως, αποτελεί βασικό πυλώνα δημοσιονομικής σταθερότητας για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με μακρά - και επιβαρυντική - παράδοση ελλειμμάτων.
- Πρωτογενές Πλεόνασμα = Συνολικά Έσοδα - (Συνολικές Δαπάνες -Τόκοι)
Η βασική ιδέα είναι πολύ απλή, τόσο για οικονομολόγους όσο και για μη ειδικούς.Το πρωτογενές πλεόνασμα δείχνει τι απομένει στα δημόσια ταμεία πριν από την πληρωμή των τόκων του χρέους. Προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ εσόδων (φόροι, εισφορές κ.ά.) και δαπανών (μισθοί, συντάξεις, επιδόματα, επενδύσεις), χωρίς να συνυπολογίζονται οι τόκοι. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το πρωτογενές αποτέλεσμα διαμορφώθηκε στο 4,9% του ΑΕΠ ή, σε απόλυτους αριθμούς, στα 12,1 δισ. ευρώ. Ενδεικτικά, για την καλύτερη κατανόηση της πορείας των τελευταίων ετών, το πρωτογενές πλεόνασμα το 2024 διαμορφώθηκε στα 11,41 δισ. ευρώ, ή 4,8% του ΑΕΠ. Το 2023 ανήλθε σε 4,5 δισ. ευρώ, ή 1,9% του ΑΕΠ, ενώ το 2022 κατέγραψε μόλις οριακό πλεόνασμα, σηματοδοτώντας την έξοδο από μια παρατεταμένη περίοδο ελλειμμάτων.
Από τα ελλείμματα των προηγούμενων ετών, η Ελλάδα πέρασε σε διαδοχικά πλεονάσματα, με αισθητή ενίσχυση του πρωτογενούς αποτελέσματος και σταδιακή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ. Στο πλαίσιο αυτό- και όπως ήταν αναμενόμενο, στην φαινομενικά παρατεταμένη εκλογική χρονιά που ίσως διανύουμε - η κυβέρνηση ανακοίνωσε σειρά μέτρων με κοινωνικό πρόσημο, όπως η διεύρυνση των εισοδηματικών κριτηρίων για επιδόματα στέγασης, η ενίσχυση οικογενειών με παιδιά και η επέκταση της στήριξης προς τους συνταξιούχους.
Στα πλαίσιο της οικονομικής θεωρίας, η ύπαρξη πρωτογενών πλεονασμάτων δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά εργαλείο, και η βιωσιμότητά τους εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται. Συνήθως, η κατανομή αυτή ισορροπεί ανάμεσα στη μείωση του δημόσιου χρέους, την ενίσχυση της αναπτυξιακής δυναμικής και τη στήριξη της κοινωνικής συνοχής. Μια ισορροπημένη δημοσιονομική στρατηγική οφείλει να κατευθύνει μέρος των πλεονασμάτων στη σταδιακή αποκλιμάκωση του χρέους, ενισχύοντας την αξιοπιστία της χώρας, αλλά και να επενδύει σε τομείς που αυξάνουν το δυνητικό ‘‘προϊόν’’ της οικονομίας όπως η εκπαίδευση, οι υποδομές και η καινοτομία.
Η πραγματικότητα, όμως, είναι αυτή που δίνει τις απαντήσεις. Τα οικονομικά εγχειρίδια είναι μεν για να διαβάζονται, αλλά στην πράξη οι κυβερνήσεις λαμβάνουν αποφάσεις με βάση τόσο τις ανάγκες της κοινωνίας όσο και τις δικές τους. Η αναδιανομή προς τα πιο ευάλωτα στρώματα λειτουργεί όχι μόνο ως κοινωνικό αντίβαρο, αλλά και ως παράγοντας σταθερότητας της ζήτησης. Η πρόκληση, συνεπώς, δεν είναι απλώς η επίτευξη πλεονασμάτων, αλλά και η ορθολογική και διαχρονικά συνεπής αξιοποίησή τους, χωρίς να αποτελούν προϊόν ψηφοθηρίας. Η πραγματική επιτυχία μιας οικονομικής πολιτικής δεν κρίνεται μόνο από το κοινωνικό της πρόσημο - το οποίο, υπό τις παρούσες συνθήκες, είναι ιδιαίτερα σημαντικό - αλλά και από το κατά πόσο μεταφράζεται σε βιώσιμη ανάπτυξη και ανθεκτικότητα της οικονομίας στον χρόνο, ώστε μελλοντικά να περιοριστεί η ανάγκη για επιδοματικού τύπου παρεμβάσεις ακόμη και σε περιόδους πλεονασμάτων.
Ο Ζαΐρης Γιώργος εργάζεται ως Director σε πολυεθνική με έδρα το Λουξεμβούργο και ειδικεύεται στη παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών σε Ευρωπαϊκούς Θεσμούς και Δημόσιους Φορείς σε θέματα αποτίμησης χαρτοφυλακίων και δανείων.