Μοιάζει σαν να έχει περάσει μια αιωνιότητα, αλλά ήταν μόλις πριν από μια δεκαετία όταν η πολιτική κεντροαριστερά υποστήριζε ακόμη μια ενεργειακή στρατηγική «όλων των επιλογών»: τόσο τα ορυκτά καύσιμα όσο και τις ανανεώσιμες πηγές. Ήταν τα όχι και τόσο μακρινά χρόνια του Barack Obama, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος υπερασπιζόταν το fracking ως μια δύναμη για καλό, λέγοντας ότι δεν υπάρχει αντίφαση «μεταξύ περιβάλλοντος και οικονομίας», και όταν η εξόρυξη — ίσως να εκπλήξει κάποιους — θεωρούνταν ακόμη κάτι “αριστερό”.
Με τα χρόνια, όμως, οι φιλελεύθεροι έγιναν ολοένα και πιο εχθρικοί προς τα ορυκτά καύσιμα, καθώς τα στοιχεία για την κλιματική αλλαγή συσσωρεύονταν. Από το 2020 και μετά, αυτή η εχθρότητα μετατράπηκε σε έντονη αντίθεση, κορυφώνοντας με το προεκλογικό σύνθημα του Joe Biden «τέλος στις γεωτρήσεις, τελεία». Ήταν μια εποχή επίδειξης ηθικής στάσης, τροφοδοτούμενη από την παράλογη πεποίθηση ότι οι μέρες του πετρελαίου ήταν μετρημένες. Σενάρια για κατάρρευση της ζήτησης πετρελαίου έως το 2050 έγιναν συνηθισμένα, παρότι ήταν απίθανα.
Με τον πόλεμο ΗΠΑ-Ιράν να δείχνει όχι μόνο πόσο εξαρτημένη παραμένει η παγκόσμια οικονομία από τα ορυκτά καύσιμα, αλλά και πόσο εύκολα η ενέργεια μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως όπλο, το ερώτημα αν πρέπει να γίνονται εγχώριες γεωτρήσεις γίνεται ακόμη πιο επιτακτικό για ορισμένες χώρες.
Ο Καναδάς, υπό τον πρώην πρωθυπουργό Justin Trudeau, ήταν χαρακτηριστικό παράδειγμα της αντι-ορυκτών καυσίμων τάσης. Όμως το πολιτικό τοπίο έχει αλλάξει, καθιστώντας τη χώρα — έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς ορυκτών καυσίμων στον κόσμο — ιδανικό πεδίο για το ερώτημα: Μπορεί η εξόρυξη πετρελαίου να γίνει ξανά «woke»; Έθεσα το ερώτημα στον Tim Hodgson, υπουργό Ενέργειας του Καναδά υπό τον κεντροαριστερό πρωθυπουργό Mark Carney.
Ο Hodgson απάντησε κατηγορηματικά ναι. «Είμαστε πραγματιστές με βάση αξίες», μου είπε σε συνέντευξη λίγες ημέρες πριν από την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ-Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου. «Θα αντιμετωπίσουμε τον κόσμο όπως είναι, όχι όπως θα θέλαμε να είναι».
Ο Καναδός αξιωματούχος, ίσως ο στενότερος σύμμαχος του Carney στο υπουργικό συμβούλιο, δεν πρόκειται βέβαια να υιοθετήσει το σύνθημα τύπου MAGA «Drill, Baby, Drill». Υποστηρίζει όμως ότι ο Καναδάς έχει δικαίωμα να παράγει περισσότερο πετρέλαιο και φυσικό αέριο, καθώς μειώνει το αποτύπωμα εκπομπών της εξόρυξης, έχοντας μειώσει την ένταση άνθρακα των πετρελαιοφόρων άμμων κατά περίπου 40% τις τελευταίες δύο δεκαετίες.
«Πείτε μου άλλη χώρα που έχει πετύχει τόσο μεγάλη μείωση στην ένταση άνθρακα ενός ολόκληρου κλάδου», λέει. «Αν αυτό είναι ο φυσικός σου πόρος και κάνεις τέτοια άλματα από περιβαλλοντικής πλευράς, δεν έχεις κερδίσει το δικαίωμα να παράγεις; Ειδικά όταν υπάρχει ζήτηση;»
Τι γίνεται με την ιδέα να αφήσουμε το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο στο έδαφος, όπως υποστήριζαν πολλοί στην αριστερά; «Αν έχεις την πολυτέλεια να το κάνεις, καλώς», απαντά. Όμως ξεκαθαρίζει ότι ελάχιστοι μπορούν να το αντέξουν. Σίγουρα όχι ο Καναδάς. «Δεν νομίζω ότι έτσι θα προχωρήσει ο κόσμος». Για εκείνον, η λύση είναι περισσότερη παραγωγή ενέργειας — και μάλιστα προσιτής. «Είναι σαφές ότι ένα μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας δεν θέλει να θυσιάσει την οικονομική ανάπτυξη για χαμηλότερες εκπομπές».
Αυτό το μήνυμα ακούγεται όλο και περισσότερο στον φιλελεύθερο και κεντροαριστερό χώρο, όχι μόνο στον Καναδά αλλά και στη Δυτική Ευρώπη. Κόμματα που είχαν υιοθετήσει έντονα αντι-ορυκτών καυσίμων στάση επιστρέφουν στη λογική «όλων των επιλογών». Συνειδητοποίησαν — με τον δύσκολο τρόπο — ότι ο περιορισμός της προσφοράς πριν μειωθεί η ζήτηση οδηγεί σε ενεργειακή ακρίβεια και κοινωνική δυσαρέσκεια.
Ορισμένες κυβερνήσεις με ισχυρά «πράσινα» διαπιστευτήρια κάνουν τώρα πίσω. Δείτε το Μεξικό, όπου η πρόεδρος Claudia Sheinbaum, επιστήμονας του κλίματος, ανακοίνωσε σχέδιο αξιοποίησης σχιστολιθικών κοιτασμάτων — δηλαδή fracking, κάτι που μέχρι πρόσφατα ήταν ταμπού. Ωστόσο, δεν συμφωνούν όλοι. Το Ηνωμένο Βασίλειο, προς το παρόν, αντιτίθεται σε νέες γεωτρήσεις στη Βόρεια Θάλασσα.
Ειρωνικά, η κεντροδεξιά, που παραδοσιακά υποστήριζε την προσέγγιση «όλων των επιλογών», κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Σε πιο λαϊκιστικά ρεύματα, όπως η κυβέρνηση Trump και η ευρωπαϊκή ακροδεξιά, αντικαθίσταται από μια πολιτική «μόνο ό,τι μας αρέσει» — δηλαδή όχι αιολικά και συχνά όχι ηλιακά. Το επιχείρημα; Ότι απαιτούν επιδοτήσεις. Βέβαια, σιωπούν για τις επιδοτήσεις της πυρηνικής ενέργειας.
Για την κεντροαριστερά, η στήριξη των ορυκτών καυσίμων έχει νόημα όχι μόνο οικονομικά αλλά και πολιτικά. Αν υπάρχει ζήτηση για πετρέλαιο και φυσικό αέριο, η αντίθεση στις εγχώριες γεωτρήσεις απλώς μεταφέρει την παραγωγή στο εξωτερικό. Αυτό σημαίνει απώλεια φορολογικών εσόδων, θέσεων εργασίας και ενεργειακής ασφάλειας — αλλά και πολιτικό κόστος.
Όπως το θέτει ο Hodgson: «Υπήρχε η αίσθηση μετά τη Συμφωνία του Παρισιού ότι θα φτάσουμε στο net zero μειώνοντας δραστικά την παραγωγή. Τώρα η λογική είναι ότι θα φτάσουμε εκεί μέσω ανάπτυξης». Ως παράδειγμα, αναφέρει τη μείωση του κόστους των ηλιακών πάνελ, που μετέτρεψε μια τεχνολογία επιστημονικής φαντασίας σε καθημερινή πραγματικότητα. Και ίσως ακολουθήσουν κι άλλες καινοτομίες.
Κάποιος μπορεί να αμφισβητήσει αυτή τη στρατηγική. Η «πραγματιστική» προσέγγιση συχνά αποφεύγει ένα δύσκολο ερώτημα: αν συνεχίσουμε να αντλούμε και να καταναλώνουμε ορυκτά καύσιμα, τι σημαίνει αυτό για την κλιματική αλλαγή; Ουσιαστικά, σημαίνει αποδοχή αύξησης της θερμοκρασίας κατά 2°C ή και περισσότερο — με σημαντικές συνέπειες.
Παρόλα αυτά, θεωρώ ότι αυτή η προσέγγιση έχει λογική. Συνδυάζει ρεαλισμό με περιβαλλοντική πολιτική, αναγνωρίζοντας τις οικονομικές και πολιτικές πραγματικότητες. Η έμφαση πρέπει να δοθεί στην αποανθρακοποίηση της οικονομίας — ξεκινώντας από την ηλεκτροπαραγωγή με ανανεώσιμες πηγές, αντικατάσταση του άνθρακα με φυσικό αέριο και πυρηνική ενέργεια — αντί για τον περιορισμό της προσφοράς ορυκτών καυσίμων. Αν το πρώτο πετύχει, το δεύτερο θα ακολουθήσει φυσικά.