Ένας πλανήτης παρακολουθεί αποσβολωμένος τις πολεμικές εμμονές κάποιων ηγετών που δρουν αυθαίρετα, χωρίς καμιά διεθνούς δικαίου ή ΟΗΕ νομιμοποίηση. Στρατιωτικές επιχειρήσεις που εξελίσσονται με όρους απόλυτης ενεργειακής και γεωπολιτικής κυριαρχίας και μια διεθνής τάξη που μοιάζει να υποχωρεί μπροστά στο δίκαιο του ισχυρού.
Βόμβες, καταστροφή, θάνατος, επιθέσεις σε εγκαταστάσεις ενέργειας, τερματικούς σταθμούς, αγωγούς, λιμένες, εκατοντάδες δεξαμενόπλοια εγκλωβισμένα, διατάραξη της μεταφορικής και διαμετακομιστικής «ειρήνης», εγκαταστάσεις φυσικού αερίου καίγονται, πλοία χτυπιούνται και κινδυνεύουν με βύθιση, εκατοντάδες αεροπλάνα πετούν και βομβαρδίζουν. Η ανθρωπότητα, προσγειώνεται στη… σατανική πραγματικότητα. Που όλοι νομίζαμε ότι αποτελούσε παρελθόν.
Η… πράσινη Ευρώπη, παρατηρεί αποσβολωμένη μια κόλαση να ξετυλίγεται στη Μέση Ανατολή: βόμβες F-35, πύραυλοι ακραία τοξικοί με ουράνιο, ενεργοβόρα αεροπλάνα και αεροπλανοφόρα να ισοπεδώνουν γη, στεριά και θάλασσα –με εκπομπές CO2 που ξεπερνούν τα ετήσια της Γερμανίας. Βλέπει ΗΠΑ και Ισραήλ να χτυπούν το Leviathan, το μεγαλύτερο κοίτασμα φυσικού αερίου στην Α. Μεσόγειο (σχεδόν 500 δισ. κ.β. αποθέματα), εκτοξεύοντας τις τιμές πετρελαίου πάνω από 100 δολάρια/βαρέλι και φυσικού αερίου σε επίπεδα ρεκόρ.
Η Ευρώπη, που πλήρωσε 1 τρισ. ευρώ έξτρα για ενέργεια το 2022-23 λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, τώρα πληρώνει ξανά το μάρμαρο.
Η Ευρώπη παρακολουθεί αποσβολωμένη, ανήμπορη – κατά τα φαινόμενα – να αντιδράσει. Η ήπειρος που τα τελευταία χρόνια επιχείρησε να επαναπροσδιορίσει το ενεργειακό και οικονομικό μοντέλο του πλανήτη. Που επένδυσε στρατηγικά, πολιτικά και ιδεολογικά στην πράσινη μετάβαση. Που υιοθέτησε τους πιο αυστηρούς κανονισμούς βιωσιμότητας παγκοσμίως, επέβαλε κόστη άνθρακα, περιόρισε δραστικά τη χρήση ορυκτών καυσίμων, στο όνομα μιας περιβαλλοντικής ηγεμονίας. Η Ευρώπη που απαγόρευσε έως και το πλαστικό καλαμάκι για χρόνια, που κατέστρεψε τη βιομηχανία της και διέκοψε τις καθιερωμένες – φθηνές – πηγές ενέργειας από τον άνθρακα, σε μια προσπάθεια να μην βλάψει άλλο το περιβάλλον.
Και αναρωτιέται κανείς. Υπάρχει λύση σε όλη αυτή την τρέλα; Μπορεί η Ευρώπη να αντιδράσει πιο δυναμικά –με ενεργειακή ανεξαρτησία, στρατιωτική αποτροπή, άμεσες διαπραγματεύσεις– αντί να γλείφει τα υποδήματα των Αμερικανών; Είναι δυνατόν η πιο πλούσια ήπειρος, με ΑΕΠ 20 τρισ. δολαρίων, να ανέχεται την καουμπόικη αυθαιρεσία σαλεμένων ή παρανοϊκών ηγετών που παίζουν την υφήλιο κορόνα-γράμματα, ενώ οι πολίτες της παγώνουν και χρεοκοπούν;
Το ενεργειακό παράδοξο είναι πλέον εκκωφαντικό
Παράλληλα, το ερώτημα που πλέον τίθεται με όρους πραγματικότητας — όχι ιδεολογίας, είναι: Τι συμβαίνει όταν η «πράσινη κανονικότητα» συγκρούεται με τη γεωπολιτική βία;
Τι συμβαίνει όταν ο κόσμος συνεχίζει να λειτουργεί με όρους πετρελαίου, φυσικού αερίου και στρατιωτικής ισχύος, ενώ η Ευρώπη επιχειρεί να μεταβεί σε ένα μοντέλο που προϋποθέτει σταθερότητα, συνεργασία και προβλεψιμότητα;
Την ώρα που η Ευρώπη αποεπενδύει από τον άνθρακα και περιορίζει τα ορυκτά καύσιμα, ο υπόλοιπος κόσμος — και ιδίως οι μεγάλες δυνάμεις — όχι μόνο δεν ακολουθούν, αλλά εντείνουν τη χρήση τους σε συνθήκες σύγκρουσης. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, οι μεταφορές, η βαριά βιομηχανία της άμυνας, λειτουργούν αποκλειστικά πάνω σε αυτά τα καύσιμα που η Ευρώπη επιχειρεί να αφήσει πίσω της.
Ταυτόχρονα, η εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια αυξάνεται. Το LNG, ακριβότερο και πιο ευμετάβλητο, αντικαθιστά φθηνότερες και σταθερότερες επιλογές. Οι τιμές της ενέργειας μεταφέρονται στην παραγωγή, στη βιομηχανία, στον καταναλωτή. Η ανταγωνιστικότητα πιέζεται. Οι επενδύσεις υπονομεύονται ή ματαιώνονται.
Τι γίνεται με την πράσινη μετάβαση;
Μπορεί, άραγε, να υπάρξει πράσινη μετάβαση σε έναν κόσμο γεωπολιτικά ασταθή; Μπορεί να επιβιώσει ένα τόσο απαιτητικό και κοστοβόρο μοντέλο όταν δεν είναι παγκόσμια συμμετρικό; Ή μήπως η Ευρώπη επένδυσε σε μια «πράσινη ουτοπία», αγνοώντας ότι η ενέργεια παραμένει — πρώτα και πάνω απ’ όλα — εργαλείο ισχύος;
Το ζήτημα δεν είναι αν η πράσινη μετάβαση είναι αναγκαία. Το ζήτημα είναι αν μπορεί να εφαρμοστεί μονομερώς, σε έναν κόσμο που δεν συμμερίζεται ούτε τον ρυθμό ούτε το κόστος της. Και τελικά, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι περιβαλλοντικό. Είναι βαθιά γεωπολιτικό και οικονομικό: Μπορεί η Ευρώπη να συνεχίσει να λειτουργεί ως «κανονιστική υπερδύναμη», όταν γύρω της διαμορφώνεται ξανά ένας κόσμος σκληρής ισχύος;
Ή θα αναγκαστεί να επαναπροσδιορίσει τη στρατηγική της, επαναφέροντας στο επίκεντρο την ενεργειακή ασφάλεια, την αυτάρκεια και την ανταγωνιστικότητα — ακόμη κι αν αυτό σημαίνει αναθεώρηση επιλογών που μέχρι χθες θεωρούνταν αδιαπραγμάτευτες; Σε έναν κόσμο που ξαναμαθαίνει τη γλώσσα της ισχύος, οι απαντήσεις δεν μπορούν να είναι ιδεολογικές. Πρέπει να είναι ρεαλιστικές. Και, κυρίως, επείγουσες.