Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης οδηγεί σε πρωτοφανή ζήτηση για κέντρα δεδομένων (data centers), εγείροντας ανησυχίες σχετικά με την αυξανόμενη κατανάλωση ενέργειας, τη χρήση νερού και το αποτύπωμα άνθρακα. Μπροστά σε αυτές τις προκλήσεις, ορισμένες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης στρέφονται στον ωκεανό, εξετάζοντας κατά πόσο τα υποθαλάσσια κέντρα δεδομένων θα μπορούσαν να μειώσουν την ενεργειακή κατανάλωση και να βελτιώσουν την αποδοτικότητα της ψύξης, περιορίζοντας παράλληλα τη χρήση γλυκού νερού και χερσαίων εκτάσεων.
Ο καθηγητής Νιρ Κσέτρι από το Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας ερευνά τις κοινωνικές, οργανωτικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις των αναδυόμενων τεχνολογιών, ιδίως της τεχνητής νοημοσύνης και της ψηφιακής υποδομής – συμπεριλαμβανομένων των κέντρων δεδομένων. Ο ίδιος βλέπει τα υποθαλάσσια κέντρα δεδομένων ως μια πολλά υποσχόμενη νέα προσέγγιση για την υποστήριξη της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης.
Ωστόσο, η μεταφορά διακομιστών στον ωκεανό δεν εξαφανίζει άλλες υποκείμενες περιβαλλοντικές προκλήσεις, όπως η κατανάλωση ενέργειας και οι εκπομπές άνθρακα. Επιπλέον, δημιουργεί νέες ανησυχίες σχετικά με τη βλάβη στο θαλάσσιο περιβάλλον, καθώς και ερωτήματα σχετικά με το πώς μπορούν να ρυθμιστούν αυτά τα κέντρα δεδομένων – και πώς οι εταιρείες μπορούν να τα συντηρήσουν και να τα επεκτείνουν εάν χρειαστεί.
Το πείραμα της Microsoft
Το 2015, η Microsoft ξεκίνησε ένα ερευνητικό πρόγραμμα για να εξετάσει τη σκοπιμότητα, τα οφέλη και τις προκλήσεις των υποθαλάσσιων κέντρων δεδομένων. Στο πλαίσιο της προσπάθειας αυτής, το 2018 εγκατέστησε ένα αδιάβροχο κέντρο δεδομένων στον βυθό της θάλασσας, κοντά στα νησιά Όρκνεϊ της Σκωτίας, το οποίο φιλοξενούσε 864 διακομιστές και συνδεόταν με την ξηρά μέσω υποθαλάσσιου καλωδίου.
Έπειτα από δύο χρόνια, η Microsoft ανακοίνωσε ότι οι διακομιστές στο υποθαλάσσιο κέντρο δεδομένων παρουσίασαν βλάβες με συχνότητα περίπου οκτώ φορές μικρότερη σε σύγκριση με διακομιστές αντίστοιχων χερσαίων κέντρων δεδομένων. Η εταιρεία εξακολουθεί να μελετά τους πιθανούς λόγους, εκτιμώντας ότι σε ένα σφραγισμένο υποθαλάσσιο περιβάλλον ο εξοπλισμός εκτίθεται λιγότερο σε οξυγόνο, υγρασία και μεταβολές της θερμοκρασίας, ενώ υφίσταται και λιγότερους κραδασμούς από το προσωπικό που εργάζεται για την αντικατάσταση ελαττωματικών εξαρτημάτων.
Ωστόσο, η Microsoft τερμάτισε το πρόγραμμα το 2024 και αποφάσισε να μην κατασκευάσει άλλα υποθαλάσσια κέντρα δεδομένων. Αν και η εταιρεία δεν εξήγησε επίσημα τους λόγους, αναλυτές εκτιμούν ότι μεταξύ αυτών ενδέχεται να ήταν οι ρυθμιστικές απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης για περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις, αλλά και η ανάγκη για ταχύτερες αναβαθμίσεις και αντικαταστάσεις του ηλεκτρονικού εξοπλισμού. Αντίθετα, η εταιρεία επικεντρώθηκε στα χερσαία κέντρα δεδομένων, τα οποία μπορούν να είναι μεγαλύτερα και ευκολότερα επεκτάσιμα, ενώ παρέχουν και ευκολότερη πρόσβαση για την επισκευή ή την αντικατάσταση εξοπλισμού.
Ποιες χώρες επενδύουν σε υποθαλάσσια κέντρα δεδομένων
Άλλες χώρες, ωστόσο, επενδύουν σε αυτή την ιδέα. Η Κίνα κατασκεύασε στη Σανγκάη αυτό που ενδέχεται να είναι το πρώτο στον κόσμο υποθαλάσσιο κέντρο δεδομένων που λειτουργεί με αιολική ενέργεια. Η εγκατάσταση τέθηκε σε λειτουργία τον Ιούνιο του 2025.
Το έργο, κόστους 226 εκατομμυρίων δολαρίων, χρησιμοποιεί θαλασσινό νερό για την ψύξη των διακομιστών. Καταναλώνει τουλάχιστον 30% λιγότερη ηλεκτρική ενέργεια από τα παραδοσιακά κέντρα δεδομένων, ενώ οι υπεράκτιες ανεμογεννήτριες περιορίζουν την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και μειώνουν τις εκπομπές άνθρακα της εγκατάστασης.
Η Ιαπωνία δοκιμάζει μια διαφορετική προσέγγιση: κέντρα δεδομένων που φιλοξενούνται μέσα σε εμπορευματοκιβώτια πάνω σε πλωτές πλατφόρμες, τα οποία χρησιμοποιούν θαλασσινό νερό για ψύξη, αξιοποιούν απρόσκοπτα τις συνθήκες για ηλιακούς συλλέκτες και ανεμογεννήτριες και μειώνουν τη ζήτηση για χερσαίες εκτάσεις. Η πιλοτική εγκατάσταση λειτουργεί από το 2025 κοντά στη Γιοκοχάμα. Τροφοδοτείται από ηλιακούς συλλέκτες που είναι εγκατεστημένοι στην ίδια πλωτή πλατφόρμα, ενώ μπαταρίες χρησιμοποιούνται για την αποθήκευση ενέργειας. Η δοκιμή θα συνεχιστεί έως τον Μάρτιο του 2027.
Η Σιγκαπούρη προχωρά στην ανάπτυξη πλωτών κέντρων δεδομένων εμπορικής κλίμακας. Το 2026, η εταιρεία υποδομών Keppel ξεκίνησε την κατασκευή ενός τετραώροφου πλωτού κέντρου δεδομένων, το οποίο αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία το 2028. Η εγκατάσταση θα αξιοποιεί θαλασσινό νερό για την ψύξη των συστημάτων, μειώνοντας την ανάγκη χρήσης επεξεργασμένου νερού και ενισχύοντας την ενεργειακή αποδοτικότητα της ψύξης.
Το 2025, η πόλη Ουλσάν της Νότιας Κορέας ξεκίνησε τον σχεδιασμό ενός υποθαλάσσιου κέντρου δεδομένων που θα μπορούσε να φιλοξενεί περισσότερους από 100.000 διακομιστές και να καταναλώνει 30% λιγότερη ενέργεια από τα χερσαία κέντρα, χρησιμοποιώντας θαλασσινό νερό για ψύξη.
Στο Μέιν των ΗΠΑ, η DeepGreen Western Passage έχει προτείνει ένα υποθαλάσσιο κέντρο δεδομένων στον Κόλπο του Φάντι, το οποίο θα τροφοδοτείται από την ενέργεια των παλιρροϊκών ρευμάτων της περιοχής.
Ακόμη και τα χερσαία κέντρα δεδομένων μπορούν να αξιοποιήσουν το θαλασσινό νερό για ψύξη. Στην Πορτογαλία, το κέντρο δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης SIN01 στη Σίνες χρησιμοποιεί θαλασσινό νερό από τον Ατλαντικό για να ψύχει τους διακομιστές του, πριν το επιστρέψει στον ωκεανό.
Οι διαφορετικές αυτές προσεγγίσεις προσφέρουν τρόπους περιορισμού της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας από το δίκτυο για τη λειτουργία των υπολογιστών και των συστημάτων ψύξης των κέντρων δεδομένων, καθώς και για τη μείωση της χρήσης γλυκού νερού.
Η συντήρηση, ωστόσο, αποτελεί σημαντική πρόκληση. Αν ένας υπολογιστής παρουσιάσει βλάβη κάτω από το νερό, δεν μπορεί να επισκευαστεί ή να αντικατασταθεί επιτόπου. Ενδέχεται να χρειαστεί να μεταφερθεί ολόκληρη η σφραγισμένη μονάδα του κέντρου δεδομένων στην επιφάνεια, ακόμη και αν χρειάζεται επισκευή μόνο ένας υπολογιστής.
Ποιο θα είναι το περιβαλλοντικό τίμημα;
Η βασική περιβαλλοντική ανησυχία σχετικά με τα κέντρα δεδομένων στον ωκεανό αφορά το θαλασσινό νερό που χρησιμοποιείται για την ψύξη τους. Η απόρριψη θερμού ή καυτού νερού θα μπορούσε να επηρεάσει τα επίπεδα οξυγόνου, το pH και τη θαλάσσια ζωή στα γύρω ύδατα.
Η επίδραση της θερμότητας είναι ήδη εμφανής στα λίγα υποθαλάσσια κέντρα δεδομένων που λειτουργούν σήμερα. Η HiCloud, η εταιρεία μηχανικής που έχει αναλάβει το υποθαλάσσιο κέντρο δεδομένων της Κίνας, έχει αναφέρει αύξηση της θερμοκρασίας του θαλασσινού νερού κοντά στην εγκατάσταση κατά λιγότερο από 1 βαθμό Κελσίου. Το SIN01 στη Σίνες της Πορτογαλίας επιστρέφει επίσης στη θάλασσα νερό περίπου 1 βαθμό Κελσίου θερμότερο.
Πολλά θαλάσσια είδη εξαρτώνται από σταθερές θερμοκρασίες νερού για την αναπαραγωγή, την τροφή και τη μετανάστευσή τους. Αυτό εγείρει ανησυχίες ότι η θερμότητα που θα απελευθερώνεται από πολλά υποθαλάσσια κέντρα δεδομένων θα μπορούσε να δημιουργήσει τοπική θερμική ρύπανση και να μεταβάλει τα θαλάσσια οικοσυστήματα. Και οι ωκεανοί βρίσκονται ήδη υπό πίεση. Η UNESCO, ο οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών για τη διεθνή συνεργασία, μεταξύ άλλων και στον τομέα της διατήρησης του περιβάλλοντος, εκτιμά ότι περίπου το 60% των θαλάσσιων οικοσυστημάτων έχει ήδη υποβαθμιστεί ή χρησιμοποιείται με μη βιώσιμο τρόπο.
Τα υποθαλάσσια κέντρα δεδομένων θα μπορούσαν να συμβάλουν στην ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, μειώνοντας παράλληλα ορισμένες από τις πιέσεις που ασκούνται στη γη, την ενέργεια και τους υδάτινους πόρους. Το πραγματικό ερώτημα, όμως, είναι αν ο ωκεανός μπορεί να γίνει το επόμενο σύνορο υπολογιστικής ισχύος για την τεχνητή νοημοσύνη, χωρίς να μετατραπεί ταυτόχρονα στο επόμενο μεγάλο περιβαλλοντικό της πρόβλημα.
Πηγή: The Conversation, ertnews.gr