Η νορβηγική ενεργειακή εταιρεία Equinor ανακοίνωσε ότι διπλασιάζει το πρόγραμμα επαναγοράς ιδίων μετοχών, καθώς η άνοδος των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή έχει ενισχύσει σημαντικά τις ταμειακές της ροές και την κερδοφορία της.
Η εταιρεία γνωστοποίησε ότι πλέον προχωρά σε επαναγορές μετοχών ύψους 3 δισ. δολαρίων για το τρέχον έτος, έναντι 1,5 δισ. δολαρίων που είχε προβλεφθεί τον Φεβρουάριο, πριν από την κλιμάκωση της έντασης ΗΠΑ–Ιράν.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Equinor δήλωσε ότι η ζήτηση για ενέργεια συνεχίζει να αυξάνεται και ότι η εταιρεία βρίσκεται σε ισχυρή θέση για να καλύψει τις ανάγκες της αγοράς, εκτιμώντας παράλληλα ισχυρές αποδόσεις έως το 2030.
Στο πλαίσιο του αναθεωρημένου στρατηγικού της σχεδίου, η Equinor στοχεύει σε αύξηση της παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου κατά 150.000 βαρέλια ισοδύναμου πετρελαίου ημερησίως έως το 2030, φθάνοντας συνολικά τα 2,3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.
Παράλληλα, σχεδιάζει αύξηση 30% στην διεθνή παραγωγή, με στόχο τα 950.000 βαρέλια ημερησίως έως το 2030, με νέα έργα σε Βραζιλία, Ηνωμένο Βασίλειο και Ηνωμένες Πολιτείες.
Η εταιρεία εξετάζει επίσης επενδυτικές ευκαιρίες στην Αγκόλα, ενώ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο εξαγορών και συγχωνεύσεων σε βασικές αγορές, όπως η Βραζιλία.
Ενίσχυση μερισμάτων και επενδυτικής στρατηγικής
Η Equinor ανακοίνωσε ότι σχεδιάζει ετήσια αύξηση 5% στο τριμηνιαίο μέρισμα, ενώ από το 2027 προβλέπει επαναγορές μετοχών μεταξύ 2 και 4 δισ. δολαρίων ετησίως, ανάλογα με τις τιμές ενέργειας και τη μακροοικονομική συγκυρία.
Η εταιρεία αναμένεται να παρουσιάσει επικαιροποιημένο στρατηγικό πλάνο στους επενδυτές στη Νέα Υόρκη, με αφορμή τη συμπλήρωση 25 ετών από την εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο της πόλης.
Τα οικονομικά αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου εκτιμάται ότι θα παρουσιάσουν σχεδόν διπλασιασμό των προ φόρων κερδών, φθάνοντας τα 12,3 δισ. δολάρια, σύμφωνα με αναλυτές.
Η μετοχή της εταιρείας έχει καταγράψει σημαντική άνοδο από την έναρξη της κρίσης στο Ιράν, αν και πρόσφατα παρουσίασε μικρές απώλειες λόγω προσδοκιών για πιθανή αποκλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή, που θα μπορούσε να επηρεάσει τις τιμές ενέργειας.
Πηγή: Reuters