Σε συζητήσεις με μεγάλους διεθνείς επενδυτικούς ομίλους βρίσκεται η ιταλική ενεργειακή εταιρεία Eni, στο πλαίσιο σχεδίου άντλησης κεφαλαίων που θα βασίζεται σε περιουσιακά στοιχεία πλωτού υγροποιημένου φυσικού αερίου (FLNG), σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν το θέμα.
Όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές, η Eni έχει αναθέσει στη Morgan Stanley να διερευνήσει τη συμμετοχή επενδυτικών κεφαλαίων όπως οι Apollo, KKR και Stonepeak. Οι επαφές βρίσκονται σε πρώιμο στάδιο και δεν υπάρχει βεβαιότητα ότι θα καταλήξουν σε τελική συμφωνία.
Η πιθανή συναλλαγή εκτιμάται ότι θα μπορούσε να αποφέρει στην Eni τουλάχιστον 1 δισ. ευρώ, ενώ εντάσσεται στη γενικότερη στρατηγική της εταιρείας για άντληση κεφαλαίων από επενδυτικά ταμεία υποδομών, με στόχο την απελευθέρωση ρευστότητας για νέα ενεργειακά έργα.
Σύμφωνα με ένα από τα σενάρια που εξετάζονται, το επενδυτικό σχήμα θα προχωρούσε σε αρχική εισφορά κεφαλαίων σε ειδικό όχημα επενδύσεων (special purpose vehicle), το οποίο θα έχει δικαίωμα είσπραξης εσόδων που προέρχονται από τα συγκεκριμένα FLNG περιουσιακά στοιχεία.
Οι εμπλεκόμενες εταιρείες αρνήθηκαν να σχολιάσουν.
Οι συζητήσεις πραγματοποιούνται σε μια περίοδο έντονου ανταγωνισμού μεταξύ Ευρώπης και Ασίας για την εξασφάλιση φορτίων υγροποιημένου φυσικού αερίου, καθώς η παγκόσμια αγορά έχει επηρεαστεί από τις διαταραχές που έχει προκαλέσει ο πόλεμος στο Ιράν.
Η Eni διαθέτει εκτεταμένη εμπειρία στις πλωτές μονάδες LNG, έχοντας αναπτύξει και λειτουργήσει τρεις εγκαταστάσεις που επεξεργάζονται φυσικό αέριο από υπεράκτια κοιτάσματα στη Μοζαμβίκη και το Κονγκό, με σκοπό την εξαγωγή του σε διεθνείς αγορές.
Παράλληλα, σχεδιάζει την ανάπτυξη νέας πλωτής μονάδας στη Μοζαμβίκη, έργο που εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 7 δισ. δολάρια, καθώς και δύο ακόμη έργων στην Αργεντινή για λογαριασμό της κρατικής YPF έως το 2030.
Τα περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στο επίκεντρο της πιθανής συμφωνίας αναμένεται να προσφέρουν στους επενδυτές γεωγραφική διαφοροποίηση, με έκθεση σε αγορές της Αφρικής και άλλων περιοχών εκτός Μέσης Ανατολής, σε μια περίοδο αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Πηγή: Reuters