Σε αναθεώρηση προς τα κάτω των στόχων της για την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και την παραγωγή καυσίμων χαμηλών εκπομπών άνθρακα προχωρά η ισπανική ενεργειακή εταιρεία Repsol, προσαρμόζοντας τη στρατηγική της στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς. Οι αλλαγές περιλαμβάνονται στην έκθεση που συνοδεύει τα οικονομικά αποτελέσματα του 2025.
Η εταιρεία, η οποία από το 2018 υλοποιεί στρατηγική μετάβασης από ένα παραδοσιακό μοντέλο πετρελαίου και φυσικού αερίου σε πολυενεργειακό όμιλο, έχει αναπτύξει σημαντικό χαρτοφυλάκιο έργων αιολικής, ηλιακής και υδροηλεκτρικής ενέργειας στην Ισπανία και στο εξωτερικό. Παράλληλα, έχει επενδύσει στην παραγωγή πράσινου υδρογόνου και άλλων καυσίμων χαμηλού αποτυπώματος άνθρακα.
Ωστόσο, ο νέος σχεδιασμός προβλέπει εγκατεστημένη ισχύ άνω των 10 γιγαβάτ (GW) από ανανεώσιμες πηγές έως το 2030, κυρίως στην Ισπανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, έναντι προηγούμενου στόχου για 20 GW έως την ίδια χρονιά. Στο τέλος του 2025, η εγκατεστημένη ισχύς της εταιρείας ανερχόταν σε 5,8 GW.
Σύμφωνα με την εταιρεία, η επιβράδυνση της ανάπτυξης συνδέεται με την αύξηση του κόστους υλοποίησης και χρηματοδότησης έργων, καθώς και με τις μεταβολές στο καθεστώς φορολογικών κινήτρων στις ΗΠΑ. Όπως επισημαίνεται, οι επενδύσεις θα ιεραρχούνται πλέον με αυστηρότερα κριτήρια κερδοφορίας.
Αντίστοιχη αναθεώρηση γίνεται και στους στόχους για τα καύσιμα χαμηλών εκπομπών άνθρακα, ιδίως σε ό,τι αφορά το ανανεώσιμο υδρογόνο. Η εταιρεία εκτιμά πλέον ότι έως το 2030 θα διαθέτει παραγωγική δυναμικότητα 1,6–1,8 εκατ. τόνων βιοκαυσίμων και 0,7–0,8 TWh βιομεθανίου, σημαντικά χαμηλότερα από τους προηγούμενους στόχους.
Σε δηλώσεις του, ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Josu Jon Imaz, ανέφερε ότι, έχοντας επιτύχει τους βραχυπρόθεσμους στόχους για το 2025, η εταιρεία θα «προσαρμόσει τους μεσοπρόθεσμους στόχους», διατηρώντας ωστόσο τις μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις της για απανθρακοποίηση, στο πλαίσιο του ισχύοντος ρυθμιστικού και επιχειρηματικού περιβάλλοντος.
Η αναθεώρηση των στόχων αντανακλά τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο ευρωπαϊκός ενεργειακός κλάδος στη μετάβαση προς καθαρότερες μορφές ενέργειας, σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους και αβεβαιότητας ως προς τη ζήτηση και το κανονιστικό πλαίσιο.
Πηγή: Reuters