Η Tesla προχώρησε σε σημαντική μείωση προσωπικού στο εργοστάσιό της κοντά στο Βερολίνο, περικόπτοντας περίπου 1.700 θέσεις εργασίας, σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας Handelsblatt.
Εσωτερικό έγγραφο, το οποίο επικαλείται η εφημερίδα, δείχνει ότι το εργοστάσιο του Γκρίνχαϊντε —το μοναδικό παραγωγικό κέντρο της Tesla στην Ευρώπη— απασχολεί πλέον 10.703 εργαζόμενους, αριθμός μειωμένος κατά περίπου 14% σε σχέση με τα επίπεδα στελέχωσης που είχαν γνωστοποιηθεί πριν από τις εκλογές του συμβουλίου εργαζομένων το 2024. Η εταιρεία δεν προχώρησε άμεσα σε σχόλιο.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε συνέχεια της ανακοίνωσης του διευθύνοντος συμβούλου Έλον Μασκ τον Απρίλιο του 2024, όταν είχε προαναγγείλει περικοπές άνω του 10% στο παγκόσμιο εργατικό δυναμικό της Tesla, με στόχο τη μείωση του κόστους και την ενίσχυση της παραγωγικότητας.
Η κίνηση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο των αρχών του 2026, καθώς βιομηχανικές και τεχνολογικές εταιρείες προχωρούν σε εξορθολογισμό των δραστηριοτήτων τους, υπό το βάρος της επιβράδυνσης της ζήτησης, των αυστηρότερων χρηματοδοτικών συνθηκών και της ανάγκης προστασίας των περιθωρίων κέρδους έπειτα από χρόνια επιθετικής ανάπτυξης.
Κατά τη διάρκεια του 2025, η Tesla πέρασε από τη φάση της ταχείας επέκτασης σε εκείνη της ενοποίησης, με τη διοίκηση να δίνει έμφαση στον έλεγχο κόστους, στη βελτίωση της αποδοτικότητας των εργοστασίων και στη διατήρηση ρευστότητας. Οι επιθετικές μειώσεις τιμών και η πιο ήπια ζήτηση άσκησαν πίεση στα περιθώρια κέρδους του κλάδου αυτοκινήτου.
Παρά τη σχετική επιβράδυνση των βασικών δραστηριοτήτων, η μετοχή της Tesla έχει επιδείξει ανθεκτικότητα. Οι επενδυτές στρέφουν ολοένα και περισσότερο την προσοχή τους στις μακροπρόθεσμες φιλοδοξίες της εταιρείας — όπως οι υπηρεσίες robotaxi, το λογισμικό αυτόνομης οδήγησης και η τεχνητή νοημοσύνη — τις οποίες αντιμετωπίζουν ως δυνητικούς κινητήρες ανάπτυξης υψηλών περιθωρίων.
Η αισιοδοξία αυτή έχει συμβάλει στη στήριξη της μετοχής, παρά τη βραδύτερη πορεία των πωλήσεων οχημάτων και το ευρύτερο κύμα περικοπών θέσεων εργασίας που καταγράφεται το 2026 σε μεταποίηση και τεχνολογία, καθώς οι επιχειρήσεις προσαρμόζονται σε χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης.