Ο Νίκος Στασινόπουλος δεν ήταν απλώς ένας επιτυχημένος βιομήχανος. Ήταν ο εκπρόσωπος μιας ολόκληρης εποχής του ελληνικού επιχειρείν, όπου η ισχύς δεν φαινόταν στα πρωτοσέλιδα αλλά στους όγκους παραγωγής, στις εξαγωγές και στην αντοχή στον χρόνο. Ένας άνθρωπος που έμαθε να σκέφτεται σε βάθος δεκαετιών και όχι οικονομικών κύκλων.
Η ιστορία του ξεκινά πολύ πριν ο ίδιος αναλάβει ρόλο. Το 1937, η οικογένεια Στασινόπουλου ιδρύει την πρώτη της βιομηχανική μονάδα, σε μια Ελλάδα που προσπαθεί να εκβιομηχανιστεί. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, το εργοστάσιο μετατρέπεται σε χαλυβουργείο που παράγει πολεμικό υλικό για τον ελληνικό στρατό. Αυτή η πρώιμη σύνδεση της οικογένειας με τη βαριά βιομηχανία και τις εθνικές ανάγκες χαράσσει μια κουλτούρα: η παραγωγή δεν είναι απλώς επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά στρατηγική υπόθεση.

Το 1953, ο Νίκος Στασινόπουλος μπαίνει ενεργά στην επιχείρηση, μαζί με τον αδελφό του Ευάγγελο. Η μεταπολεμική Ελλάδα ανοικοδομείται και οι ανάγκες για μέταλλο, σωλήνες, καλώδια και βιομηχανικά προϊόντα εκτοξεύονται. Ο Στασινόπουλος μαθαίνει τη δουλειά από μέσα: εργοστάσιο, παραγωγή, κόστος, ποιότητα. Δεν τον απασχολεί η ταχύτητα της μεγέθυνσης, αλλά η στερεότητα.
Τις δεκαετίες του 1960 και 1970, ο όμιλος επεκτείνεται σταδιακά. Ο χαλκός και το αλουμίνιο μπαίνουν στο επίκεντρο. Ο Στασινόπουλος αντιλαμβάνεται νωρίς ότι αυτά τα μέταλλα θα αποτελέσουν τον σκελετό της σύγχρονης οικονομίας: ενέργεια, υποδομές, μεταφορές, βιομηχανία. Δεν επενδύει σε προϊόντα μόδας, αλλά σε υλικά που δεν μπορούν να αντικατασταθούν.
Η δεκαετία του 1980 βρίσκει την ελληνική οικονομία σε μετάβαση. Πολλές επιχειρήσεις εγκαταλείπουν τη μεταποίηση, πιεσμένες από το κόστος, το κράτος και τον διεθνή ανταγωνισμό. Ο Στασινόπουλος κάνει το αντίθετο. Επενδύει. Εκσυγχρονίζει εργοστάσια. Χτίζει παραγωγική ικανότητα. Πιστεύει ότι όποιος αντέξει τότε, θα κυριαρχήσει αργότερα. Η επιλογή αυτή αποδεικνύεται κομβική.

Στη δεκαετία του 1990, με την Ευρώπη να ενοποιείται και τα σύνορα να ανοίγουν, η στρατηγική αλλάζει κλίμακα. Οι εξαγωγές παύουν να είναι συμπληρωματικές και γίνονται βασικός πυλώνας. Ο Στασινόπουλος ωθεί τον όμιλο να λειτουργεί με ευρωπαϊκούς όρους: ποιότητα, πιστοποιήσεις, μεγάλα έργα. Την ίδια περίοδο, το 1991, θα βρεθεί παρολίγον στόχος της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη, γεγονός που αποτυπώνει το κλίμα της εποχής αλλά και το πόσο συμβολικός είχε γίνει ο ρόλος του ως βιομήχανος. Το περιστατικό δεν δημοσιοποιήθηκε έντονα τότε, ούτε αξιοποιήθηκε επικοινωνιακά από τον ίδιο. Αυτό δεν ήταν τυχαίο. Ο Στασινόπουλος ανήκε στη σχολή των επιχειρηματιών που αντιμετώπιζαν τέτοιες καταστάσεις χωρίς δημόσιο λόγο και χωρίς δραματοποίηση. Δεν επιδίωξε ποτέ τον ρόλο του «θύματος», ούτε χρησιμοποίησε το γεγονός για να χτίσει προφίλ ή αφήγημα.
Η επίθεση –έστω και αποτυχημένη– φωτίζει ωστόσο δύο κρίσιμες διαστάσεις της εποχής. Πρώτον, το πόσο συμβολικό βάρος είχε αποκτήσει η βιομηχανία και οι εκπρόσωποί της στο πολιτικό φαντασιακό της βίας. Και δεύτερον, το πόσο εκτεθειμένοι ήταν επιχειρηματίες που, παρότι δεν είχαν πολιτική δράση, θεωρούνταν φορείς «συστήματος».
Για τον Νίκο Στασινόπουλο, το επεισόδιο αυτό δεν άλλαξε τη δημόσια στάση του, ούτε τη στρατηγική του. Συνέχισε να κινείται με την ίδια διακριτικότητα, αποφεύγοντας την προσωπική προβολή και παραμένοντας προσηλωμένος στη βιομηχανική ανάπτυξη του ομίλου. Η απάντησή του στη βία δεν ήταν ο φόβος, αλλά η σιωπηλή συνέχεια.
Την περίοδο 2000–2009, ο όμιλος μετασχηματίζεται σε πολυμεταλλικό κολοσσό. Καλώδια, χαλκός, αλουμίνιο, χάλυβας συνδέονται σε ένα ενιαίο βιομηχανικό σύστημα. Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση δοκιμάζει τα πάντα. Ο Στασινόπουλος επιλέγει πειθαρχία, όχι πανικό. Μείωση ρίσκου, αλλά όχι αποεπένδυση. Η λογική του είναι ξεκάθαρη: η κρίση περνά, η βιομηχανία μένει.
Το 2010–2013, μέσα στη βαθιά ελληνική κρίση, λαμβάνεται η πιο παρεξηγημένη αλλά στρατηγικά κρίσιμη απόφαση: η Viohalco μεταφέρει την έδρα της στο Βέλγιο. Η παραγωγή όμως παραμένει στην Ελλάδα. Η κίνηση αυτή δεν είναι αποχώρηση, αλλά ασπίδα θεσμικής επιβίωσης. Επιτρέπει πρόσβαση σε κεφάλαια, αγορές και επενδυτές, σε μια περίοδο που η χώρα ασφυκτιά.
Την περίοδο 2014–2019, η Viohalco λειτουργεί πλέον ως καθαρά ευρωπαϊκός βιομηχανικός παίκτης. Συμμετέχει σε μεγάλα ενεργειακά και υποδομιακά έργα διεθνώς. Ο Στασινόπουλος παραμένει πρόεδρος και σημείο αναφοράς, διασφαλίζοντας στρατηγική συνέχεια χωρίς παρεμβατισμό.
Το 2021, προχωρά σε μεταβιβάσεις μετοχών στους γιους του, σηματοδοτώντας τη θεσμική διαδοχή. Η πράξη αυτή δεν είναι αποχώρηση, αλλά επιβεβαίωση ότι η βιομηχανία πρέπει να έχει συνέχεια πέρα από πρόσωπα.
Μετά το 2020, η ενεργειακή κρίση και η πράσινη μετάβαση φέρνουν ξανά στο προσκήνιο τα μέταλλα. Χαλκός, καλώδια, αλουμίνιο γίνονται κρίσιμα για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης. Για τον Στασινόπουλο, αυτή η εξέλιξη λειτουργεί ως αθόρυβη δικαίωση μιας ζωής επιλογών.
Το 2026, με τον θάνατό του, κλείνει ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της ελληνικής βιομηχανικής ιστορίας. Ο Νίκος Στασινόπουλος δεν άφησε πίσω του θεωρίες. Άφησε δομές, εργοστάσια, εξαγωγές και μια απόδειξη ότι η Ελλάδα μπορεί να παράγει, να αντέχει και να ανταγωνίζεται.