Την προσωρινή αναστολή του φόρου στα καύσιμα εξετάζει η πολιτεία της Χαβάης, καθώς οι τιμές της βενζίνης έχουν εκτοξευθεί τρεις μήνες μετά την έναρξη της σύγκρουσης με το Ιράν, ασκώντας αυξανόμενη πίεση στα νοικοκυριά και την τοπική οικονομία.
Ο κυβερνήτης της πολιτείας, Τζος Γκριν, δήλωσε ότι εξετάζει το ενδεχόμενο αναστολής των πολιτειακών και τοπικών φόρων στη βενζίνη για μέρος του καλοκαιριού, με στόχο να προσφέρει ανακούφιση περίπου 30 σεντς ανά γαλόνι στους καταναλωτές.
Η Χαβάη συγκαταλέγεται στις ακριβότερες πολιτείες των ΗΠΑ όσον αφορά τα καύσιμα, με τη μέση τιμή της βενζίνης να διαμορφώνεται σήμερα στα 5,58 δολάρια ανά γαλόνι, αυξημένη κατά περισσότερο από ένα δολάριο σε σχέση με τα 4,48 δολάρια που καταγράφονταν πριν από έναν χρόνο.
Το γραφείο του κυβερνήτη ανέφερε ότι εξετάζονται διάφορες επιλογές παρέμβασης, ακόμη και μέσω εκτελεστικών αποφάσεων. Ωστόσο, μια τέτοια κίνηση θα επηρέαζε τα δημόσια έσοδα, καθώς οι συγκεκριμένοι φόροι χρηματοδοτούν έργα υποδομής, όπως η συντήρηση δρόμων και γεφυρών.
Σύμφωνα με στοιχεία της Αμερικανικής Ένωσης Αυτοκινήτου (AAA), η μέση τιμή της βενζίνης στις Ηνωμένες Πολιτείες ανέρχεται σήμερα στα 4,15 δολάρια ανά γαλόνι, αυξημένη κατά περισσότερο από ένα δολάριο σε σχέση με πέρυσι. Παρότι η τιμή αυτή είναι χαμηλότερη από το επίπεδο των 4,52 δολαρίων που είχε καταγραφεί τον προηγούμενο μήνα, παραμένει αισθητά υψηλότερη από τα επίπεδα του 2025.
Εκτός από τη Χαβάη, οι μεγαλύτερες αυξήσεις καταγράφονται στην Καλιφόρνια, την Ουάσιγκτον, την Αλάσκα και το Όρεγκον, όπου οι μέσες τιμές κυμαίνονται μεταξύ 5,07 και 5,83 δολαρίων ανά γαλόνι.
Η άνοδος των τιμών αποδίδεται κυρίως στις αναταράξεις που έχει προκαλέσει η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα στις δυσκολίες μεταφοράς πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ, από όπου πριν από την κρίση διερχόταν περίπου το 20% της παγκόσμιας ημερήσιας προσφοράς πετρελαίου.
Παρά τις πιέσεις, οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι η προσωρινή κατάργηση των φόρων μπορεί να προσφέρει μόνο περιορισμένη ανακούφιση. Όπως επισημαίνουν, το μέγεθος των αυξήσεων στις διεθνείς τιμές της ενέργειας είναι τόσο μεγάλο που δεν μπορεί να αντισταθμιστεί πλήρως μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων.
Τα στοιχεία της Moody’s Analytics δείχνουν ότι το μέσο αμερικανικό νοικοκυριό έχει επιβαρυνθεί με περίπου 450 δολάρια επιπλέον για δαπάνες καυσίμων από την έναρξη της κρίσης στα τέλη Φεβρουαρίου. Εάν η σύγκρουση παραταθεί, το πρόσθετο κόστος θα μπορούσε να προσεγγίσει τα 2.000 δολάρια σε διάστημα ενός έτους.
Η εξέλιξη αυτή εντείνει τις πιέσεις προς τις πολιτειακές αρχές για λήψη μέτρων στήριξης, σε μια περίοδο που το υψηλό ενεργειακό κόστος συνεχίζει να επηρεάζει την αγοραστική δύναμη των Αμερικανών καταναλωτών.
Πηγή: Reuters