Συνειδητή επιλογή για τους ξένους αγοραστές και επενδυτές και όχι απλά περαστική μόδα ή ευκαιριακή κίνηση αποτελεί πλέον η ελληνική αγορά ακινήτων, που έχει μπει στον διεθνή χάρτη, με βάση συγκεκριμένα επενδυτικά δεδομένα. Την ίδια στιγμή, η Θεσσαλονίκη εξελίσσεται σε ώριμη αγορά υψηλής ζήτησης και αποτελεί ιδανικό σημείο εισόδου στην Ελλάδα για έναν επενδυτή ακινήτων, καθώς προσφέρει καλή πιθανότητα κερδών, με αρχική επένδυση ανά τετραγωνικό μέτρο πολύ χαμηλότερη από εκείνη της Αθήνας.
Τις εκτιμήσεις αυτές διατύπωσε ο Πέτρος 'Αγγος, εκ μέρους της Engel & Völkers Greece, μιλώντας στο Real Estate Forum, που διοργανώνει στη Θεσσαλονίκη το Ελληνογερμανικό Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο.
Αναλυτικότερα, σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, ο κ.'Αγγος επισήμανε -επικαλούμενος την έρευνα «Private Office Market Report» της Engel & Völkers- ότι η χώρα «κατατάσσεται στην όγδοη θέση παγκοσμίως σε σχέση με την προσέλκυση προσωρινών καθαρών ροών εκατομμυριούχων για το 2025», οι οποίες μάλιστα σωρευτικά αυξήθηκαν κατά 24% την τελευταία δεκαετία.
«Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν είναι πλέον απλά ένας τουριστικός παράγοντας», αλλά συνειδητή επιλογή επένδυσης και εγκατάστασης, σημείωσε, αναφέροντας παράλληλα ότι στο κομμάτι των δισεκατομμυριούχων, «ο συνολικός εκτιμώμενος πλούτος των μεταναστεύσιμων πολιτών ανέρχεται σε 7,7 δισ. ευρώ».
Τα κίνητρα των επενδυτών για να επενδύσουν στην αγορά ακινήτων μιας χώρας, πρόσθεσε, ενεργοποιούνται -μεταξύ άλλων- από παράγοντες όπως η βελτίωση του τρόπου ζωής, η ασφάλεια, η προστασία της ιδιωτικότητας, η ανάγκη για υπαίθρια διαβίωση και η ύπαρξη ευέλικτων χώρων. Πολύ σημαντικό ρόλο, ιδίως στο κομμάτι του eco-luxury (ακίνητα πολυτελείας με οικολογικά χαρακτηριστικά), διαδραματίζει η ενεργειακή απόδοση, είτε ένα ακίνητο αγοράζεται ως επένδυση είτε για ιδιοκατοίκηση.
Η περίπτωση της Θεσσαλονίκης
Σε ποσοστό άνω του 10% έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια οι τιμές των ακινήτων στη Θεσσαλονίκη, με τη μέση τιμή να διαμορφώνεται σε περίπου 3500 ευρώ/τετραγωνικό μέτρο. Επενδυτές από τη Γερμανία, την Αυστρία και την Ελβετία, αλλά και από το Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ, επιλέγουν τη Θεσσαλονίκη γιατί προσφέρει πιο ελκυστική τιμή ανά τετραγωνικό, σε σχέση με την Αθήνα, σε μια περίοδο που υποδομές όπως το Μετρό, αλλά και οι αστικές αναπλάσεις και η αναβάθμιση του παραλιακού μετώπου της πόλης αλλάζουν άρδην την εικόνα της.
«Σήμερα οι τιμές των πολυτελών κατοικιών στο Πανόραμα είναι γύρω στα 4200 ευρώ/τμ, στην Πυλαία 3700/τμ, στο ιστορικό κέντρο 3500/τμ, στην Καλαμαριά και τη Θέρμη γύρω στα 3000/τμ, στον Βαρδάρη 2250 ευρώ.τμ, στον Εύοσμο 1900 ευρώ και στο Ωραιόκαστρο 1400. Στο ιστορικό κέντρο (...) η Θεσσαλονίκη προσφέρει κάτι το ιδανικό ως σημείο εισόδου στην ελληνική αγορά ακινήτων. Η πόλη προσφέρει από τα ελκυστικότερα entry levels τιμών ανά τμ. Κάτω από την Εγνατία οι τιμές είναι γύρω στα 3500 ευρώ/τμ και πάνω από την Εγνατία κοντά στα 2400, όταν στην Αθήνα θα τις δούμε να ξεκινάνε από 4000, 5000, 6000 ευρώ/τμ και να φτάνουν παρά πολύ υψηλά» παρατήρησε.
Ποιοι αγοράζουν ακίνητα στη Θεσσαλονίκη και η προοπτική της αγοράς για το μέλλον
Κατά τον κ. Άγγο, πολύ βασικό είναι ότι το αγοραστικό κοινό στα ακίνητα της Θεσσαλονίκης προέρχεται σε μεγάλο ποσοστό από το εσωτερικό της χώρας. Αναλυτικότερα, το 35% των αγοραστών είναι οικογένειες της Θεσσαλονίκης, το 22% προέρχεται από την ελληνική Ομογένεια, ποσοστό 15% έκαστη συγκεντρώνουν οι κατηγορίες των διεθνών επενδυτών και των νέων επαγγελματιών και το υπόλοιπο 13% αντιστοιχεί σε αγορές για φοιτητική στέγη.
Παρουσιάζοντας την τάση για την αγορά της Θεσσαλονίκης, ο κ. Άγγος σημείωσε ότι σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα αναμένεται να υπάρξει εστίαση στο κομμάτι του Βαρδάρη και σε κεντρικά στούντιο, για άμεσες και υψηλές αποδόσεις από την ενοικίαση ακινήτων σε φοιτητές και τουρίστες. Μεσοπρόθεσμα οι νέες αναπτύξεις στην περιοχή της Θέρμης προσφέρουν πολύ καλή σχέση ποιότητας-τιμής, ενώ μακροπρόθεσμα οι πολυτελείς κατοικίες στο Πανόραμα και το παραλιακό μέτωπο της Καλαμαριάς μπορούν να λειτουργήσουν σαν ασφαλές επενδυτικό καταφύγιο.
Η εικόνα στα εμπορικά ακίνητα
Στην αγορά εμπορικών ακινήτων της Θεσσαλονίκης -όπου υπάρχουν αρκετές κινήσεις σε γραφεία και καταστήματα, αλλά η πόλη δεν έχει αναπτυχθεί στον βαθμό που θα μπορούσε στον τομέα των αποθηκών και logistics- αναφέρθηκε η Φώφη Πασχαλίδου, διευθύντρια του γραφείου Θεσσαλονίκης της Danos| An alliance member of BNP.
Σε ό,τι αφορά τα γραφεία, σημείωσε, η αγορά της Θεσσαλονίκης έχει αναπτυχθεί κυρίως στο κέντρο, όπου υπάρχουν κυρίως παλιές οικοδομές με μικτή χρήση (γραφεία και διαμερίσματα). Παρά τα ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά (παλαιότητα, μικτή χρήση), η μεγαλύτερη ζήτηση και κάποια από τα συγκριτικά υψηλότερα μισθώματα συγκεντρώνονται στο κέντρο της πόλης, όπου υπάρχει ευχέρεια πρόσβασης και ευκολία συναντήσεων για επιχειρηματικά ραντεβού.
Στα ανατολικά της Θεσσαλονίκης, παρότι υπάρχουν κάποιες εξαιρετικές υποδομές στην έξοδο προς το αεροδρόμιο «Μακεδονία», η ανάπτυξη γραφειακών χώρων αφορά κυρίως σε κτήρια όπου έγινε αλλαγή χρήσης. Προσφάτως, ιδιαίτερη ανάπτυξη εμφανίζει και η δυτική πλευρά της πόλης με το «Hub26» της Dimand, το πρώτο και μοναδικό βιοκλιματικό συγκρότημα γραφείων της Θεσσαλονίκης, με 100% πληρότητα των χώρων του.
Σε τόσο ποιοτικές αναπτύξεις, τα μισθώματα διαμορφώνονται σε περίπου 18 ευρώ/τμ για επιφάνειες μεγάλου εμβαδού, ενώ στα ανακαινισμένα γραφεία του κέντρου είναι 15-16 ευρώ/τμ και ανατολικά, ανάλογα με την περιοχή και την κατάσταση του ακινήτου, οι τιμές αρχίζουν από 12 ευρώ και μπορεί να φτάσουν μέχρι τα 16.
Όλοι θέλουν Τσιμισκή, αλλά…
Ως προς τα καταστήματα, η Τσιμισκή παραμένει η βασική αγορά, με μισθώματα που μερικές φορές στρέφουν …αλλού τους ενδιαφερόμενους. «Οι εταιρείες που θέλουν να ανοίξουν το πρώτο τους κατάστημα στη Θεσσαλονίκη ζητούν χώρο στην Τσιμισκή. Όταν όμως ακούσουν τα μισθώματα, μπορεί να μετακινηθούν στη Μητροπόλεως, την Προξένου Κορομηλά ή την Αγίας Σοφίας» είπε χαρακτηριστικά η κα Πασχαλίδου, η οποία αναφέρθηκε και στις ιδιαίτερα υψηλές πληρότητες του εμπορικού κέντρου Mediterranean Cosmos στα ανατολικά και την «αρκετά επιτυχημένη», όπως την χαρακτήρισε, ανάπτυξη του εκπτωτικού mall «One Salonica» στη δυτική είσοδο της πόλης.
Σε ό,τι αφορά τον τομέα των logistics, σημείωσε ότι το παρεχόμενο προϊόν της Θεσσαλονίκης θα μπορούσε να είναι «πάρα πολύ καλύτερο». Δυστυχώς, σημείωσε, δεν υπάρχουν επαρκείς υποδομές για αυτό που εννοούμε όταν λέμε logistics, ωστόσο η προοπτική είναι θετική και υπάρχει εξέλιξη. «Λόγω της γεωγραφικής θέσης της Θεσσαλονίκης υπάρχει προοπτική, αλλά προαπαιτείται η ανάπτυξη έργων υποδομών (...)Τα logistics δεν είναι ακόμη στο επενδυτικό στόχαστρο (των αγοραστών ακινήτων στη Θεσσαλονίκη), σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην Αθήνα, ιδίως στον Ασπρόπυργο, όπου το επενδυτικό ενδιαφέρον είναι τεράστιο και έχουν γίνει πωλήσεις ακόμη κι όταν το ακίνητο βρίσκεται ακόμη στα χαρτιά» εξήγησε, ενώ πρόθεσε ότι αρκετά αυξημένη είναι αυτή την περίοδο και η ζήτηση για ξενοδοχεία είτε στον αστικό ιστό (για ανακατασκευή και παραχώρηση μάνατζμεντ) είτε κυρίως στα ελληνικά νησιά, όπως οι Κυκλάδες, η Ρόδος και η Κρήτη, αλλά και για τη Χαλκιδική.
Την εκτίμηση ότι η -ώριμη πλέον- ελληνική αγορά ακινήτων αποτελεί σήμερα καλή εναλλακτική για επενδυτές και developers από τη Γερμανία, διατύπωσε ο CEO της Mavvidis + Partner, Αλέξανδρος Μαββίδης, ενώ υπενθύμισε πώς έχει αλλάξει η εικόνα της αγοράς τα τελευταία χρόνια, ιδίως μετά το τέλος του 2017. Όπως είπε, θεωρεί δεδομένη τη συνέχιση της ανοδικής πορείας, λαμβανομένης υπόψη της ζήτησης που υπάρχει, της προσθήκης νέων προϊόντων ακινήτων, των αγορών από το εξωτερικό, αλλά και προγραμμάτων όπως η χορήγηση της «χρυσής βίζας».
Συνταξιούχοι που θέλουν να ζήσουν στον ευρωπαϊκό Νότο
Το μεγάλο ενδιαφέρον που υπάρχει, ειδικά τον τελευταίο χρόνο, για αγορές ακινήτων στην Ελλάδα από Γερμανούς, επισήμανε ο εταίρος της δικηγορικής εταιρείας MStR Law, Ντιρκ Ράινχαρτ (Dirk Reinhardt). Πρόκειται όπως είπε για συνταξιούχους που θέλουν να αποκτήσουν ένα εξοχικό για να ζήσουν στον ευρωπαϊκό Νότο ή για επιχειρήσεις και ομίλους εταιρειών, που θέλουν για παράδειγμα να επενδύσουν σε ξενοδοχειακές μονάδες, αξιοποιώντας και μια σειρά φορολογικών απαλλαγών. Ο Nάσος Μιχελής, εταίρος της ίδιας δικηγορικής εταιρείας, παρουσίασε βήμα-βήμα τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθήσει ένας Γερμανός πολίτης, για να αποκτήσει ακίνητο στην Ελλάδα.
Κατά τον χαιρετισμό του στην εκδήλωση, ο πρόεδρος του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου, καθηγητής Αγις Παπαδόπουλος, σημείωσε: «πέρυσι, η ελληνική αγορά ακινήτων ήταν ανάμεσα στα 23-25 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 10% περίπου αφορούσε επενδύσεις από το εξωτερικό. Αυτό δεν συμβαίνει τυχαία: η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα στον τομέα αυτό, τόσο στην κατηγορία των γενικών ακινήτων όσο και σε εξειδικευμένες κατηγορίες όπως τα τουριστικά ακίνητα ή τα ακίνητα του κλάδου υγείας».
Κατά τον χαιρετισμό της, η γενική πρόξενος της Γερμανίας στη Θεσσαλονίκη, Μόνικα Φρανκ (Monika Frank) επισήμανε ότι η κατοικία και τα ακίνητα αποτελούν ένα από τα πιο σημαντικά θέματα για τις κοινωνίες, τα οποία έχουν και εξαιρετικά μεγάλη πολιτική σημασία. Πρόσθεσε ότι η Θεσσαλονίκη και η ευρύτερη περιοχή προσφέρουν ιδιαίτερες ευκαιρίες και μπορούν να γίνουν πρότυπα για χώρους κατοικίας που λαμβάνουν υπόψη και την κλιματική αλλαγή. «Η Θεσσαλονίκη είναι μια δυναμική πόλη με μεγάλη εξωστρέφεια» τόνισε.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ