Ο χαλκός και το αλουμίνιο επωφελούνται σημαντικά από τον εξηλεκτρισμό και την απαλλαγή από τις ανθρακούχες εκπομπές. Ενώ η επενδυτική προοπτική του χαλκού καθορίζεται από διαρθρωτικούς περιορισμούς προσφοράς, το αλουμίνιο επωφελείται από την επέκταση του δικτύου και την ανακύκλωση. Μαζί, τα δύο μέταλλα προσφέρουν συμπληρωματική έκθεση σε ορισμένες από τις ισχυρότερες μακροπρόθεσμες τάσεις στην παγκόσμια οικονομία, τονίζει η UniCredit.
Ο χαλκός και το αλουμίνιο δεν είναι πλέον απλώς βιομηχανικά προϊόντα. Έχουν γίνει βασικά δομικά στοιχεία της παγκόσμιας ενεργειακής μετάβασης, υποστηρίζοντας τα πάντα, από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τα ηλεκτρικά οχήματα έως τα δίκτυα μεταφοράς και τις υποδομές τεχνητής νοημοσύνης, τονίζει ο οίκος.
Η ισχύς αυτών των τάσεων είναι επίσης ορατή στην απόδοση της αγοράς, με τις τιμές τόσο του χαλκού όσο και του αλουμινίου να καταγράφουν σταθερά κέρδη από την αρχή του έτους, καθώς και τα δύο μέταλλα έχουν αυξηθεί κατά περισσότερο από 7%.
Παρόλο που επωφελούνται από τις ίδιες διαρθρωτικές τάσεις, οι επενδυτικές τους ιστορίες διαφέρουν, επισημαίνει η UniCredit Ο χαλκός διαμορφώνεται ολοένα και περισσότερο από την περιορισμένη αύξηση της προσφοράς και την αυξανόμενη στρατηγική σημασία, ενώ το αλουμίνιο ξεχωρίζει για τον ρόλο του στην ελαφριά κατασκευή, την ενεργειακή απόδοση και την κυκλική οικονομία. Για τους επενδυτές, η ευκαιρία έγκειται στην κατανόηση του πώς συγκλίνουν αυτές οι ξεχωριστές δυναμικές. Καθώς η ζήτηση επιταχύνεται, η ικανότητα των παραγωγών να καλύπτουν τις μελλοντικές ανάγκες θα μπορούσε να γίνει καθοριστικός παράγοντας για τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις.
Ο εξηλεκτρισμός ξαναγράφει το εγχειρίδιο των μετάλλων
Η ζήτηση για χαλκό και αλουμίνιο αναδιαμορφώνεται από τον ταχύ εξηλεκτρισμό της παγκόσμιας οικονομίας, σημειώνει ο οίκος. Οι επενδύσεις ρέουν στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την αποθήκευση μπαταριών, τα ηλεκτρικά οχήματα, τα δίκτυα φόρτισης και τις ψηφιακές υποδομές. Ο χαλκός παραμένει απαραίτητος λόγω της ανώτερης ηλεκτρικής του αγωγιμότητας. Κάθε επέκταση του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας απαιτεί σημαντικές ποσότητες χαλκού, από καλώδια μεταφοράς και μετασχηματιστές έως κέντρα δεδομένων και σταθμούς φόρτισης.
Το αλουμίνιο επωφελείται από ένα διαφορετικό σύνολο πλεονεκτημάτων. Το χαμηλό του βάρος βελτιώνει την απόδοση του οχήματος και υποστηρίζει τη μετάβαση στην ηλεκτρική κινητικότητα. Γίνεται επίσης πιο σημαντικό στη μετάδοση ηλεκτρικής ενέργειας, όπου η ελκυστική ισορροπία κόστους, αγωγιμότητας και βάρους το καθιστά μια ολοένα πιο ανταγωνιστική λύση, εξηγεί η UniCredit. Ως αποτέλεσμα, η ζήτηση εξαρτάται λιγότερο από τους παραδοσιακούς βιομηχανικούς κύκλους και συνδέεται στενότερα με τις μακροπρόθεσμες δαπάνες υποδομής. Αυτή η αλλαγή ενισχύει τις δομικές προοπτικές και για τα δύο μέταλλα.
Είναι σημαντικό, όπως προσθέτει, ότι η σχέση μεταξύ των τιμών των μετάλλων και της κινεζικής οικονομικής δραστηριότητας έχει αποδυναμωθεί με την πάροδο του χρόνου. Οι τιμές του χαλκού και του αλουμινίου παρέμειναν αξιοσημείωτα ανθεκτικές, ακόμη και όταν ο δείκτης Li Keqiang, ένας δείκτης που αντιπροσωπεύει την κινεζική ανάπτυξη, έχει επιβραδυνθεί. Αυτό υποδηλώνει ότι η ζήτηση υποστηρίζεται ολοένα και περισσότερο από τις παγκόσμιες διαρθρωτικές τάσεις (όπως ο εξηλεκτρισμός και οι επενδύσεις σε υποδομές) και όχι αποκλειστικά από την παραδοσιακή κινεζική βιομηχανική επέκταση.
Σπανιότητα έναντι ενέργειας: δύο πολύ διαφορετικές ιστορίες προσφοράς
Ενώ η αύξηση της ζήτησης υποστηρίζει και τα δύο μέταλλα, η πλευρά της προσφοράς αποκαλύπτει μια έντονη αντίθεση, σημειώνει ο οίκος.
Ο χαλκός αντιμετωπίζει αυξανόμενους διαρθρωτικούς περιορισμούς. Οι ποιότητες μεταλλεύματος συνεχίζουν να μειώνονται, οι μεγάλες ανακαλύψεις γίνονται λιγότερο συχνές και τα νέα ορυχεία συχνά απαιτούν περισσότερο από μια δεκαετία για να περάσουν από την ανακάλυψη στην παραγωγή. Αυτές οι προκλήσεις περιορίζουν την ικανότητα της βιομηχανίας να ανταποκρίνεται γρήγορα στην αυξανόμενη ζήτηση.
Η πρόκληση του αλουμινίου είναι διαφορετική. Το μέταλλο είναι άφθονο, αλλά η παραγωγή είναι εξαιρετικά ενεργοβόρα. Η ηλεκτρική ενέργεια είναι το μεγαλύτερο στοιχείο κόστους της πρωτογενούς παραγωγής αλουμινίου, καθιστώντας την κερδοφορία ιδιαίτερα ευαίσθητη στις τιμές ενέργειας και την περιβαλλοντική ρύθμιση.
Ενώ η παραγωγή χαλκού έχει αυξηθεί μόνο σταδιακά με την πάροδο του χρόνου, η παραγωγή αλουμινίου έχει επεκταθεί πολύ πιο γρήγορα, αντανακλώντας τη σχετική αφθονία της βάσης πρώτων υλών του και την ευκολία με την οποία μπορεί να επεκταθεί η παραγωγική ικανότητα, προσθέτει η UniCredit. Η σύγκριση υπογραμμίζει ότι ο κύριος περιορισμός του αλουμινίου είναι η πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή ενέργεια, ενώ ο χαλκός παραμένει περιορισμένος από τη γεωλογία, τις άδειες εξόρυξης και τους μεγάλους χρόνους που απαιτούνται για την ανάπτυξη νέων ορυχείων.
Αυτές οι αντίθετες πραγματικότητες δημιουργούν δύο ξεχωριστά επενδυτικά stories, κατά την άποψη του οίκου, τα οποία ωστόσο συμπληρώνουν το ένα το άλλο. Ο χαλκός είναι ουσιαστικά ένα story σπανιότητας που καθοδηγείται από τον περιορισμένο εφοδιασμό, ενώ το αλουμίνιο είναι ένα story ενέργειας που διαμορφώνεται από την ανταγωνιστικότητα κόστους και την πρόσβαση σε βιώσιμη ενέργεια. Και οι δύο δυναμικές υποστηρίζουν μια εποικοδομητική μακροπρόθεσμη προοπτική για τον κλάδο, όπως τονίζει, καθώς τα δυο μέταλλα μαζί προσφέρουν διαφοροποιημένη έκθεση σε μερικές από τις πιο ισχυρές διαρθρωτικές τάσεις που διαμορφώνουν την παγκόσμια οικονομία.
Ο χαλκός έχει γενικά υπεραποδώσει του αλουμινίου τα τελευταία χρόνια, αντανακλώντας τις αυστηρότερες συνθήκες της αγοράς και την ισχυρότερη τιμολογιακή δύναμη. Η UniCredit παραμένει θετική και στα δύο μέταλλα, με τις προβλέψεις της για τον χαλκό να τοποθετούνται στα 12.900-13.800 δολ. ο τόμος το 2026 και 13.100-14.000 δολ. το 2027, ενώ για το αλουμίνιο, αναμένει τιμές 3.100-3.400 δολ. ο τόνος το 2026 και 3.200-3.500 δολ. το 2027.