Διπλή ψήφο εμπιστοσύνης έλαβε μέσα σε μία βραδιά η ελληνική οικονομία, την ώρα που η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με νέα υποβάθμιση των οικονομικών της προοπτικών και με το υψηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου από την κρίση χρέους του 2012.
Η Scope Ratings αναβάθμισε την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας κατά μία βαθμίδα, στο BBB+ από BBB, διατηρώντας σταθερές τις προοπτικές. Λίγη ώρα αργότερα, η Moody’s αναβάθμισε σε θετικό από σταθερό το outlook της ελληνικής οικονομίας, διατηρώντας την αξιολόγηση στο Baa3. Πρόκειται ουσιαστικά για προαναγγελία πιθανής νέας αναβάθμισης, εφόσον συνεχιστούν η αποκλιμάκωση του χρέους, τα πρωτογενή πλεονάσματα και οι μεταρρυθμίσεις.
Η εικόνα βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με όσα συμβαίνουν στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης. Η υποβάθμιση των προοπτικών της Γαλλία από την Moody's αντανακλά την επιδείνωση των δημοσιονομικών της μεγεθών, την αδυναμία περιορισμού του ελλείμματος και κυρίως την πολιτική αβεβαιότητα που συκολεύει την λήψη αξιόπιστων μέτρων. Το spread του γαλλικού δεκαετούς ομολόγου έναντι του γερμανικού ξεπέρασε τις 100 μονάδες βάσης, για πρώτη φορά από το 2012, καθώς εντείνονται οι ανησυχίες για το έλλειμμα, το χρέος και την πολιτική αστάθεια.
Η σύγκριση είναι εντυπωσιακή. Η χώρα που πριν από δεκαπέντε χρόνια βρισκόταν στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους ανεβαίνει σήμερα τα σκαλοπάτια της επενδυτικής βαθμίδας. Την ίδια ώρα, μία από τις παραδοσιακές οικονομικές δυνάμεις της Ευρώπης βλέπει την αξιοπιστία της να φθείρεται και το κόστος χρηματοδότησής της να αυξάνεται.
Γιατί αναβαθμίζεται η Ελλάδα
Η Scope στηρίζει την απόφασή της στην ταχεία αποκλιμάκωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και στη βελτίωση της φορολογικής διοίκησης. Ο οίκος εκτιμά ότι το συνολικό δημοσιονομικό πλεόνασμα θα κινηθεί κοντά στο 3% του ΑΕΠ το 2026, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται περίπου στο 4,1%.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η Scope δεν αποδίδει τη βελτίωση μόνο στον πληθωρισμό ή στη συγκυριακή αύξηση των κρατικών εσόδων. Αναφέρεται σε διαρθρωτικές αλλαγές στη φορολογική συμμόρφωση, στην ψηφιοποίηση του κράτους, στη συγκράτηση των δαπανών και στη μεγαλύτερη ικανότητα του Δημοσίου να εισπράττει τα έσοδα που προβλέπονται.
Παράλληλα, προβλέπει ανάπτυξη 1,9% το 2026 και 1,7% το 2027, αισθητά υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι επενδύσεις, τα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης και η βελτίωση της οικονομικής ανθεκτικότητας λειτουργούν ως οι βασικοί πυλώνες της θετικής αξιολόγησης.
Ακόμη πιο ισχυρό είναι το μήνυμα της Moody’s. Ο αμερικανικός οίκος διατήρησε την Ελλάδα στο Baa3, αλλά έθεσε θετικό outlook, αναγνωρίζοντας ότι οι μεταρρυθμίσεις ενισχύουν περισσότερο από όσο αναμενόταν την ανάπτυξη και τα δημόσια οικονομικά.
Η Moody’s προβλέπει ότι το ελληνικό χρέος θα υποχωρήσει από 146,1% του ΑΕΠ το 2025 στο 120% το 2030. Εκτιμά επίσης ότι η μεταβολή του παραγωγικού μοντέλου είναι ουσιαστικότερη: οι ιδιωτικές επενδύσεις αυξάνονται, οι άμεσες ξένες επενδύσεις εξαρτώνται λιγότερο από τα ακίνητα και ενισχύεται το μερίδιο μεγαλύτερων και παραγωγικότερων επιχειρήσεων.
Η Γαλλία πληρώνει την πολιτική ακινησία
Στην αντίπερα όχθη βρίσκεται η Γαλλία. Το δημοσιονομικό της έλλειμμα προβλέπεται στο 5,4% του ΑΕΠ, ενώ η κυβέρνηση επιχειρεί να το περιορίσει στο 5% μέσω περικοπών περίπου 54 δισ. ευρώ. Το σχέδιο, όμως, συναντά ισχυρές πολιτικές αντιδράσεις και κινδυνεύει να προκαλέσει νέα κυβερνητική κρίση.
Η κατάσταση επιβαρύνεται από την ασθενική ανάπτυξη, την ενεργειακή κρίση και την αύξηση των επιτοκίων. Η Γαλλία αναχρηματοδοτεί σταδιακά μεγάλο μέρος του χρέους που είχε εκδώσει με πολύ χαμηλό κόστος την περίοδο της πανδημίας. Καθώς οι νέες εκδόσεις πραγματοποιούνται με υψηλότερα επιτόκια, οι δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους διογκώνονται και έχουν ήδη εξελιχθεί στη μεγαλύτερη κατηγορία κρατικών δαπανών.
Η γαλλική κυβέρνηση υπολογίζει ότι το κόστος τόκων θα είναι κατά 4,5 δισ. ευρώ υψηλότερο φέτος και κατά ακόμη 10 δισ. ευρώ υψηλότερο το επόμενο έτος. Οι αγορές ανησυχούν ότι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: χαμηλή ανάπτυξη, υψηλότερα επιτόκια, αυξημένοι τόκοι και μεγαλύτερη ανάγκη για νέες περικοπές.
Το πολιτικό σκηνικό ενισχύει την αβεβαιότητα. Η χώρα βαδίζει προς τις προεδρικές εκλογές του 2027 με κατακερματισμένο κοινοβούλιο και με πολιτικές δυνάμεις που προτείνουν είτε χαλάρωση της συνταξιοδοτικής πολιτικής είτε ακόμη και διαγραφή του χρέους που κατέχει η κεντρική τράπεζα.
Η μεγάλη αντιστροφή
Οι αγορές δεν συγκρίνουν πλέον τις χώρες με βάση τις παλιές ταμπέλες του «Βορρά» και του «Νότου». Αξιολογούν τη σημερινή δημοσιονομική κατεύθυνση, τη δυνατότητα λήψης αποφάσεων και την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει υψηλότερο δημόσιο χρέος από τη Γαλλία και σημαντικές αδυναμίες: χαμηλή παραγωγικότητα, δημογραφική πίεση, μεγάλο επενδυτικό κενό και ακόμη υψηλό εξωτερικό έλλειμμα. Η διαφορά βρίσκεται, όμως, στην κατεύθυνση της πορείας. Το ελληνικό χρέος υποχωρεί, τα δημοσιονομικά ισοζύγια είναι θετικά και η οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από την ευρωζώνη.
Στη Γαλλία συμβαίνει το αντίθετο. Το χρέος αυξάνεται, τα ελλείμματα παραμένουν μεγάλα, η ανάπτυξη πλησιάζει τη στασιμότητα και η πολιτική συναίνεση για τη λήψη μέτρων απουσιάζει.
Δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα έγινε ξαφνικά οικονομικά ισχυρότερη από τη Γαλλία. Η γαλλική οικονομία διαθέτει τεράστια παραγωγική βάση, διεθνείς επιχειρήσεις, ισχυρές υποδομές και πολύ βαθύτερη κεφαλαιαγορά. Σημαίνει, όμως, ότι η απόσταση αξιοπιστίας μικραίνει — και σε ορισμένους δείκτες έχει ήδη αντιστραφεί.
Η μεγάλη είδηση, επομένως, δεν είναι μόνο ότι η Ελλάδα αναβαθμίστηκε δύο φορές μέσα στην ίδια ημέρα. Είναι ότι αυτό συνέβη ακριβώς τη στιγμή που η Γαλλία πληρώνει ακριβότερα στις αγορές τη δημοσιονομική και πολιτική της ακινησία. Η παλιά «περιφέρεια» ανεβαίνει και ο παραδοσιακός ευρωπαϊκός πυρήνας χάνει έδαφος.