Ανάγκη για σταθερό πλαίσιο, ισότιμους όρους ανταγωνισμού και πολιτικές ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας, ώστε οι επενδύσεις και η παραγωγή να παραμείνουν στην Ευρώπη
Με σαφές μήνυμα για την ανάγκη άμεσων παρεμβάσεων υπέρ της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Τρίτης 7/8 η εκδήλωση του Συνδέσμου Βιομηχανιών Πλαστικών Ελλάδος (ΣΒΠΕ) προς τα μέσα ενημέρωσης. Οι εκπρόσωποι του κλάδου έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου για τις πιέσεις που δέχεται η ελληνική και ευρωπαϊκή μεταποίηση, υπογραμμίζοντας ότι η μέχρι σήμερα ικανότητα προσαρμογής των επιχειρήσεων στις αλλεπάλληλες κρίσεις δεν μπορεί να αποτελεί τη μοναδική απάντηση στις νέες προκλήσεις.
Το μήνυμα του κλάδου είναι σαφές και εστιάζεται ότι χωρίς ένα ανταγωνιστικό βιομηχανικό περιβάλλον, η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει παραγωγική δυναμικότητα και επενδύσεις. Μάλιστα με αιχμή τις επιλογές της ΕΕ, τονίστηκε, ότι η διατήρηση της βιομηχανικής δραστηριότητας στην Ευρώπη προϋποθέτει πλέον όχι μόνο ανθεκτικές επιχειρήσεις, αλλά και αποτελεσματικές πολιτικές που θα τους επιτρέψουν να συνεχίσουν να παράγουν, να επενδύουν και να καινοτομούν.
Η Μέση Ανατολή
Στο μεταξύ, η επιχειρηματική κοινότητα παρακολουθεί, παράλληλα, όπως αναφέρθηκε, με αγωνία τις προσπάθειες αποκλιμάκωσης της έντασης στη Μέση Ανατολή, ωστόσο, όπως επισημάνθηκε, η υποχώρηση μιας γεωπολιτικής κρίσης δεν σημαίνει αυτομάτως επιστροφή στην κανονικότητα. Οι πρόσφατες εξελίξεις ανέδειξαν για ακόμη μία φορά την ευαλωτότητα των διεθνών εφοδιαστικών αλυσίδων και την ταχύτητα με την οποία οι γεωπολιτικές αναταράξεις μετατρέπονται σε αυξήσεις του ενεργειακού κόστους, διακυμάνσεις στις τιμές των πρώτων υλών και αβεβαιότητα για τη βιομηχανική παραγωγή.
Για τη βιομηχανία πλαστικών, οι νέες αναταράξεις, όπως τονίστηκε, αποτελούν έναν ακόμη κρίκο σε μια αλυσίδα διαδοχικών προκλήσεων. Η πανδημία, η ενεργειακή κρίση, οι δυσλειτουργίες στις εφοδιαστικές αλυσίδες, οι πληθωριστικές πιέσεις και πλέον η γεωπολιτική αστάθεια έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, το οποίο περιορίζει τον επενδυτικό σχεδιασμό και επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
«Η διαρκής προσαρμογή δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμη στρατηγική»
Όπως τόνισε ο πρόεδρος του ΣΒΠΕ, Παναγιώτης Γεροντόπουλος, οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν αποδείξει ότι διαθέτουν ανθεκτικότητα και ευελιξία, όμως τα περιθώρια συνεχούς προσαρμογής περιορίζονται.
«Η ελληνική βιομηχανία πλαστικών δραστηριοποιείται εδώ και αρκετά χρόνια σε ένα περιβάλλον διαρκών αναταράξεων. Την πανδημία διαδέχθηκαν η ενεργειακή κρίση, οι δυσλειτουργίες στις εφοδιαστικές αλυσίδες, οι πληθωριστικές πιέσεις και, πιο πρόσφατα, η κρίση στη Μέση Ανατολή, η οποία υπενθύμισε πόσο ευάλωτη παραμένει η διεθνής αγορά πρώτων υλών απέναντι στις γεωπολιτικές εξελίξεις», ανέφερε.
Όπως σημείωσε, η προσαρμοστικότητα αποτελεί διαχρονικό χαρακτηριστικό του κλάδου, καθώς οι επιχειρήσεις έχουν καταφέρει να διατηρήσουν την παραγωγή, τις εξαγωγές και την τροφοδοσία κρίσιμων τομέων της οικονομίας μέσα σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον.
«Όπως τα ίδια τα υλικά που παράγουμε χαρακτηρίζονται από ευελιξία και ανθεκτικότητα, έτσι και οι ελληνικές βιομηχανίες έχουν μάθει να λειτουργούν σε συνθήκες συνεχών μεταβολών», τόνισε χαρακτηριστικά.
Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής μεταποίησης δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην ικανότητα των επιχειρήσεων να αντιμετωπίζουν κάθε νέα κρίση. Απαιτείται ένα σταθερό επιχειρηματικό πλαίσιο, ουσιαστικές παρεμβάσεις για τη μείωση του ενεργειακού κόστους και έμπρακτη στήριξη της μεταποίησης και της ανακύκλωσης (ΚΑΔ 22 και ΚΑΔ 38), που αποτελούν βασικούς πυλώνες της ελληνικής βιομηχανικής δραστηριότητας και της κυκλικής οικονομίας.
Η Ευρώπη χάνει έδαφος στη μάχη της ανταγωνιστικότητας
Την ίδια ανησυχία εξέφρασε και ο αντιπρόεδρος του ΣΒΠΕ, Στέλιος Κακουλίδης, μεταφέροντας τα συμπεράσματα από τη συμμετοχή του στη Γενική Συνέλευση της EuPC.
Όπως ανέφερε, το βασικό μήνυμα από την ευρωπαϊκή βιομηχανία πλαστικών είναι ότι η Ευρώπη χάνει σταδιακά ανταγωνιστικότητα, την ώρα που οι επιχειρήσεις καλούνται να επενδύσουν σε τεχνολογίες, βιωσιμότητα και ψηφιακό μετασχηματισμό.
«Το υψηλό ενεργειακό κόστος και η πίεση από το κανονιστικό περιβάλλον συνεχίζουν να επιβαρύνουν έντονα τους μεταποιητές, σε μια περίοδο που η ανάγκη για επενδύσεις είναι κρίσιμη», σημείωσε.
Παράλληλα, επεσήμανε ότι η επιτάχυνση νέων ρυθμιστικών απαιτήσεων, όπως οι προβλέψεις για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασιών (PPWR), τα μέτρα για τα μικροπλαστικά και οι αυξημένες απαιτήσεις ιχνηλασιμότητας, δημιουργούν πρόσθετο κόστος και πολυπλοκότητα για τις επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με τον κ. Κακουλίδη, καθοριστικό ζήτημα αποτελεί η διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις λειτουργούν υπό αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο, ενώ αντίστοιχες απαιτήσεις δεν εφαρμόζονται πάντα στα εισαγόμενα προϊόντα, δημιουργώντας ανισορροπίες εις βάρος της ευρωπαϊκής παραγωγής.
«Η Ευρώπη μπορεί να ηγηθεί της βιώσιμης μετάβασης, αλλά αυτό προϋποθέτει ρεαλισμό, σταθερότητα στους κανόνες και ένα ανταγωνιστικό ενεργειακό πλαίσιο. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος η πράσινη μετάβαση να συνοδευτεί από απώλεια βιομηχανικής δραστηριότητας που θα μεταφερθεί εκτός Ευρώπης», υπογράμμισε.
Ενεργειακή θωράκιση και στήριξη της παραγωγής
Οι εκπρόσωποι του κλάδου συμφώνησαν ότι οι αλλεπάλληλες κρίσεις των τελευταίων ετών ανέδειξαν την ανάγκη μιας νέας προσέγγισης για τη βιομηχανική πολιτική. Η διαρκής προσαρμοστικότητα των επιχειρήσεων παραμένει σημαντικό πλεονέκτημα, αλλά δεν επαρκεί πλέον για να διασφαλίσει τη βιωσιμότητα και την ανάπτυξή τους.
Η ελληνική και ευρωπαϊκή βιομηχανία ζητούν ένα σταθερό πλαίσιο λειτουργίας, χαμηλότερο ενεργειακό κόστος, δίκαιους όρους ανταγωνισμού και πολιτικές που θα ενισχύσουν τις επενδύσεις. Παράλληλα, αναδεικνύεται η ανάγκη ενεργειακής θωράκισης μέσω επενδύσεων στις υποδομές, μεγαλύτερης αξιοποίησης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και ενίσχυσης της ανακύκλωσης, ώστε να περιοριστεί η εξάρτηση από εισαγόμενες πρώτες ύλες.