Νέες ανησυχίες για την πορεία του πληθωρισμού κατά τους θερινούς μήνες προκαλεί η αναζωπύρωση των πιέσεων στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, σε συνδυασμό με τις αυξημένες χονδρικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, δημιουργεί ένα νέο «ενεργειακό κοκτέιλ» που απειλεί να επιβαρύνει περαιτέρω το κόστος ζωής των νοικοκυριών.
Πιο συγκεκριμένα, οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου ενισχύθηκαν το τελευταίο 24ωρο κατά περίπου 1,6%, ξεπερνώντας τα 94 δολάρια το βαρέλι, ενώ στην ελληνική αγορά ηλεκτρισμού οι τιμές στην Αγορά της Επόμενης Ημέρας παραμένουν πάνω από τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Οι εξελίξεις αυτές έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία οι πληθωριστικές πιέσεις ήδη καταγράφονται έντονες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε τον Μάιο του 2026 στο 5,2%, επιβεβαιώνοντας τη συνεχιζόμενη άνοδο των τιμών σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες. Παράλληλα, ο μέσος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή για το δωδεκάμηνο Ιουνίου 2025 – Μαΐου 2026 αυξήθηκε κατά 3,1% σε σύγκριση με την αντίστοιχη προηγούμενη περίοδο.
Οι σημαντικότερες ανατιμήσεις εξακολουθούν να εντοπίζονται στα τρόφιμα, την ενέργεια και τις μεταφορές. Η τιμή του μοσχαρίσιου κρέατος αυξήθηκε κατά 17,6%, του αρνιού κατά 16,2% και των ψαριών κατά 12,6%, ενώ η μαργαρίνη είναι ακριβότερη κατά 10,6%. Στο ενεργειακό σκέλος, το φυσικό αέριο καταγράφει αύξηση 21% και το πετρέλαιο θέρμανσης 53,2%, με συνέπεια η βενζίνη να πωλείται 21% ακριβότερα και το πετρέλαιο κίνησης να εμφανίζει άνοδο 24,4%.
Αναζήτηση ανάχωματος στις ανατιμήσεις
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το υπουργείο Ανάπτυξης επιταχύνει τις επαφές με τη βιομηχανία τροφίμων και το οργανωμένο λιανεμπόριο, επιδιώκοντας τη διαμόρφωση μιας «εθνικής συμφωνίας» για τη συγκράτηση ή και τη μείωση των τιμών σε προϊόντα ευρείας κατανάλωσης. Η πρωτοβουλία αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις και το αυξανόμενο ενεργειακό κόστος ενισχύουν την αβεβαιότητα για την πορεία της οικονομίας.
Παρά το θετικό κλίμα που επικρατεί στις συζητήσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών, η αγορά εκτιμά ότι ένα τέτοιο σχέδιο δύσκολα μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή πριν από το φθινόπωρο. Όπως επισημαίνουν παράγοντες του κλάδου, απαιτείται σημαντικός χρόνος για την επιλογή των προϊόντων, τις συμφωνίες με τους προμηθευτές και την προσαρμογή των εμπορικών δικτύων, γεγονός που καθιστά δύσκολη την υλοποίηση κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
Η στόχευση, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, δεν είναι η δημιουργία ενός εκτεταμένου προγράμματος με εκατοντάδες κωδικούς προϊόντων, αλλά η επιλογή περιορισμένου αριθμού ειδών με μεγάλη συμμετοχή στο καλάθι του νοικοκυριού και υψηλή καταναλωτική βαρύτητα.
Καθοριστική αναμένεται να είναι η συμβολή των δεδομένων που συλλέγει η Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή μέσω της πλατφόρμας Poso Kanei. Η συνεργασία με τη Circana δίνει τη δυνατότητα εντοπισμού των προϊόντων με τη μεγαλύτερη κατανάλωση και τη μεγαλύτερη επίδραση στις οικογενειακές δαπάνες, διευκολύνοντας τη στόχευση πιθανών παρεμβάσεων.
Την ίδια στιγμή, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο η βιομηχανία τροφίμων θα στηρίξει μια νέα προσπάθεια αποκλιμάκωσης τιμών. Πρόσφατα, από το βήμα της γενικής συνέλευσης του ΣΕΒΤ, ο πρόεδρος του συνδέσμου, Ιωάννης Γιώτης, υποστήριξε ότι η βιομηχανία στοχοποιείται άδικα, τονίζοντας ότι οι μεγαλύτερες ανατιμήσεις δεν εντοπίζονται στα τυποποιημένα προϊόντα.
Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και σχετική μελέτη του ΙΟΒΕ, σύμφωνα με την οποία οι εντονότερες πληθωριστικές πιέσεις προέρχονται κυρίως από τα νωπά και φρέσκα προϊόντα και όχι από τα τυποποιημένα τρόφιμα.
Ανάλογη θέση εκφράζει και η Ένωση Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας, η οποία επικαλείται στοιχεία του ΙΕΛΚΑ σύμφωνα με τα οποία ο πληθωρισμός στα σούπερ μάρκετ διαμορφώθηκε τον Μάιο στο 1,14%, σημαντικά χαμηλότερα από το 3,5% που καταγράφει η ΕΛΣΤΑΤ για τα τρόφιμα και το 2% της Ευρωζώνης σύμφωνα με τη Eurostat.
Υπό αυτές τις συνθήκες, θεωρείται πιθανή η παράταση του πλαφόν στο μικτό περιθώριο κέρδους, το οποίο εκπνέει στις 30 Ιουνίου. Το μέτρο επανήλθε λόγω των νέων πληθωριστικών πιέσεων που συνδέονται με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, αναμένεται να παραμείνει σε ισχύ όσο διατηρούνται οι λόγοι που οδήγησαν στην εφαρμογή του.
Παράγοντες της αγοράς, πάντως, υπογραμμίζουν ότι η διατήρηση χαμηλότερων τιμών δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση βιομηχανίας και λιανεμπορίου. Οι αυξήσεις στο κόστος των πρώτων υλών, των μεταφορών, της ενέργειας και των υλικών συσκευασίας εξακολουθούν να ασκούν σημαντικές πιέσεις, περιορίζοντας τα περιθώρια για ουσιαστικές και μόνιμες μειώσεις.
Το φυσικό αέριο ανεβάζει τον πήχη
Στο μεταξύ, κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση του ενεργειακού κόστους διαδραματίζει το φυσικό αέριο, η συμμετοχή του οποίου στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής έχει αυξηθεί αισθητά τις τελευταίες ημέρες. Παράλληλα, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή έχουν οδηγήσει σε νέα άνοδο των τιμών στο ολλανδικό χρηματιστήριο TTF, με τα συμβόλαια Ιουλίου να κινούνται πλέον πάνω από τα 50 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Παρότι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας καλύπτουν σχεδόν το ήμισυ της ηλεκτροπαραγωγής, η αυξημένη χρήση μονάδων φυσικού αερίου σε συνδυασμό με το ακριβότερο καύσιμο διατηρεί τη χονδρική αγορά ηλεκτρισμού σε υψηλά επίπεδα, εντείνοντας τις ανησυχίες για το κόστος ενέργειας το καλοκαίρι.
Ενδεικτικά, στις 11 Ιουνίου η τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας διαμορφώθηκε στα 100,74 ευρώ/MWh, έναντι 104,15 ευρώ/MWh μία ημέρα νωρίτερα και 114,46 ευρώ/MWh στις 9 Ιουνίου. Οι ΑΠΕ συμμετέχουν στο ενεργειακό μείγμα με ποσοστό 49,45%, ωστόσο το φυσικό αέριο εξακολουθεί να κατέχει σημαντικό μερίδιο, φθάνοντας το 33,55%, επηρεάζοντας καθοριστικά το τελικό κόστος.
Παρόμοια εικόνα καταγράφεται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες με υψηλή εξάρτηση από το φυσικό αέριο. Στη Βουλγαρία η χονδρική τιμή διαμορφώνεται στα ίδια επίπεδα με την Ελλάδα, ενώ σε Ρουμανία και Ουγγαρία κινείται επίσης κοντά στα 100 ευρώ/MWh. Αντίθετα, στη Γαλλία η ισχυρή παρουσία της πυρηνικής ενέργειας διατηρεί τις τιμές σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, ενώ στην Ισπανία και την Πορτογαλία η μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ περιορίζει σημαντικά το κόστος ηλεκτροπαραγωγής. Στον αντίποδα, η Ιταλία, η οποία παραμένει έντονα εξαρτημένη από το φυσικό αέριο, καταγράφει από τις υψηλότερες τιμές στην Ευρώπη.
Η άνοδος του φυσικού αερίου συμπίπτει με μια κρίσιμη περίοδο για την ευρωπαϊκή αγορά, καθώς βρίσκεται σε εξέλιξη η αναπλήρωση των αποθεμάτων ενόψει του επόμενου χειμώνα. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία προβλέπει πληρότητα 90% στις υπόγειες αποθήκες έως την 1η Νοεμβρίου, γεγονός που αυξάνει τη ζήτηση για φορτία LNG κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.
Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο πιεστική καθώς οι ευρωπαϊκές αποθήκες ξεκίνησαν το 2026 με σχετικά χαμηλά αποθέματα. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, στις 8 Ιουνίου η πληρότητα των υπόγειων αποθηκών φυσικού αερίου στην Ευρώπη είχε φτάσει το 42,8%, ενώ στα τερματικά LNG το 61,9%. Στην Ελλάδα, η πληρότητα των εγκαταστάσεων LNG διαμορφωνόταν στο 43%, υψηλότερα από τον προηγούμενο μήνα, αλλά χαμηλότερα σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο.
Με τις διεθνείς ενεργειακές αγορές να παραμένουν ευάλωτες στις γεωπολιτικές εξελίξεις και το κόστος ενέργειας να επηρεάζει άμεσα τις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, η μάχη κατά του πληθωρισμού εισέρχεται σε μια ιδιαίτερα απαιτητική καλοκαιρινή περίοδο