Μενού Ροή
οικισμοί
ΕΣΠΕΡΑΑ: Αναβίωση της υπαίθρου ή νέο κύμα οργανωμένης δόμησης; Τα σημεία που προκαλούν αντιδράσεις
Google Logo ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ENERGYMAG.GR ΩΣ ΠΡΟΤΙΜΩΜΕΝΗ ΠΗΓΗ ΣΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΣΤΗΝ GOOGLE

Η κυβερνητική πρωτοβουλία για την ενεργοποίηση των Ειδικών Σχεδίων Περιβαλλοντικής Αναβάθμισης και Ανάπτυξης (ΕΣΠΕΡΑΑ) παρουσιάζεται ως ένα εργαλείο για την αναζωογόνηση εγκαταλελειμμένων και φθινόντων οικισμών, συνοδευόμενο από αυστηρές προϋποθέσεις, πολεοδομικό σχεδιασμό και ισχυρές περιβαλλοντικές εγγυήσεις. Ωστόσο, η ρύθμιση έχει ήδη ανοίξει μια ευρύτερη συζήτηση για το μοντέλο ανάπτυξης που προωθείται στην ελληνική ύπαιθρο, με βασικό ερώτημα εάν τελικά θα αποτελέσει μοχλό αναβίωσης των μικρών οικισμών ή θα οδηγήσει στη δημιουργία νέων οργανωμένων αναπτύξεων σε περιοχές με ευαίσθητα οικοσυστήματα και περιορισμένες υποδομές.

Στον πυρήνα του νέου πλαισίου βρίσκονται τα ΕΣΠΕΡΑΑ, τα οποία θα αντιμετωπίζονται ως Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια ή θα ενσωματώνονται ως ειδικές ζώνες στα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια. Η εφαρμογή τους αφορά τη χερσαία Ελλάδα, την Κρήτη, την Εύβοια και τη Ρόδο, ενώ στα υπόλοιπα κατοικημένα νησιά περιορίζεται αποκλειστικά σε εγκαταλελειμμένους οικισμούς.

Η σημαντικότερη αλλαγή είναι ότι ο σχεδιασμός δεν περιορίζεται στον υφιστάμενο οικισμό. Δίνεται η δυνατότητα πολεοδόμησης γειτονικών εκτός σχεδίου εκτάσεων που συνδέονται λειτουργικά με αυτόν, υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Οι νέες προς ανάπτυξη περιοχές θα πρέπει να έχουν ελάχιστη έκταση 30 στρεμμάτων, ενώ η συνολική παρέμβαση —παλαιός οικισμός και νέες πολεοδομούμενες εκτάσεις— μπορεί να φθάνει έως τα 200 στρέμματα.

Οι επιφυλάξεις της επιστημονικής κοινότητας

Παρότι τόσο η Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού (ΕΛΛΕΤ) όσο και ο Σύλλογος Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών (ΣΕΠΟΧ) αναγνωρίζουν ότι η δημογραφική συρρίκνωση της υπαίθρου αποτελεί μείζον ζήτημα, εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις για τον τρόπο με τον οποίο επιχειρείται να αντιμετωπιστεί.

Οι δύο φορείς εκτιμούν ότι τα προτεινόμενα κριτήρια χαρακτηρισμού είναι αρκετά ευρεία ώστε να μπορούν να ενταχθούν όχι μόνο πραγματικά εγκαταλελειμμένοι οικισμοί, αλλά και μικρές κοινότητες που εξακολουθούν να κατοικούνται ή βρίσκονται σε περιοχές με έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον.

Η βασική τους ένσταση αφορά τη φιλοσοφία της παρέμβασης. Όπως υποστηρίζουν, το βάρος μετατοπίζεται από την αποκατάσταση και επανάχρηση του υφιστάμενου οικιστικού αποθέματος προς τη δυνατότητα ανάπτυξης νέων οργανωμένων περιοχών στις παρυφές των οικισμών. Κατά την ΕΛΛΕΤ, η ουσιαστική πρόκληση θα έπρεπε να είναι η αξιοποίηση των υφιστάμενων κτιρίων και η ενίσχυση των μικρών κοινοτήτων και όχι η δημιουργία νέων οικοδομήσιμων ζωνών σε αδόμητες εκτάσεις.

Περισσότεροι από 1.300 οικισμοί στο πεδίο εφαρμογής

Σύμφωνα με την ΕΛΛΕΤ, οι νέες διατάξεις δυνητικά αφορούν περισσότερες από 1.300 δημοτικές κοινότητες, κυρίως σε ορεινές και νησιωτικές περιοχές. Η ένταξη, πάντως, δεν είναι αυτόματη, καθώς προϋποθέτει τη συνδρομή σωρευτικών κριτηρίων, όπως η πληθυσμιακή εξέλιξη των τελευταίων δεκαετιών, το καθεστώς οριοθέτησης και η ιστορική φυσιογνωμία κάθε οικισμού.

Τα στοιχεία των απογραφών της ΕΛΣΤΑΤ καταγράφουν έντονη πληθυσμιακή υποχώρηση σε δεκάδες μικρούς οικισμούς. Στη Μαγνησία, για παράδειγμα, το Παλαιό Τρίκερι μειώθηκε από 59 σε 36 μόνιμους κατοίκους μέσα σε μία δεκαετία, τα Χάνια από 57 σε 23, ο Άγιος Ιωάννης Πηλίου από 179 σε 70 και το Χόρτο από 147 σε 85. Αντίστοιχη εικόνα εμφανίζεται σε αρκετά νησιά των Κυκλάδων, όπου αρκετοί οικισμοί εξακολουθούν να αριθμούν λίγες δεκάδες μόνιμους κατοίκους.

Το όριο των 200 στρεμμάτων στο επίκεντρο

Ένα από τα βασικά σημεία κριτικής αφορά τη δυνατότητα πολεοδόμησης έως και 200 στρεμμάτων. Η ΕΛΛΕΤ υποστηρίζει ότι στους περισσότερους μικρούς ορεινούς και νησιωτικούς οικισμούς, που σήμερα καταλαμβάνουν έκταση 20 έως 100 στρεμμάτων, μια τόσο μεγάλη επέκταση μπορεί να μεταβάλει ριζικά την κλίμακα και τον χαρακτήρα τους.

Ιδιαίτερα για περιοχές με υψηλή τουριστική πίεση, εκφράζεται ο προβληματισμός ότι η ταυτόχρονη αξιοποίηση πολλών επιλέξιμων οικισμών θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της οργανωμένης δόμησης, μεταβάλλοντας σταδιακά το τοπίο και τις ισορροπίες ευαίσθητων προορισμών.

Διαφορετικές ανάγκες, διαφορετικές λύσεις

Ανάλογες επισημάνσεις διατυπώνει και ο ΣΕΠΟΧ, υπογραμμίζοντας ότι δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με ενιαίο τρόπο οι ορεινοί και οι νησιωτικοί οικισμοί.

Στις ορεινές περιοχές, σημειώνει, το ζητούμενο είναι κυρίως η επιστροφή κατοίκων, η ενίσχυση της τοπικής παραγωγής, η δημιουργία κινήτρων εγκατάστασης και η αναβάθμιση βασικών υπηρεσιών. Αντίθετα, σε νησιά που ήδη δέχονται ισχυρές τουριστικές πιέσεις, υπάρχει ο κίνδυνος η «αναβίωση» να μετατραπεί σε μοχλό νέας τουριστικής ή παραθεριστικής ανάπτυξης, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τους φυσικούς πόρους, τις υποδομές και το τοπίο.

Στην ίδια κατεύθυνση, η ΕΛΛΕΤ επισημαίνει ότι η φέρουσα ικανότητα κάθε περιοχής θα έπρεπε να αποτελεί βασικό κριτήριο πριν από οποιαδήποτε νέα οργανωμένη ανάπτυξη, ιδιαίτερα στα μικρά νησιά όπου οι διαθέσιμοι φυσικοί πόροι είναι περιορισμένοι.

Αναβίωση ή επέκταση;

Συνοπτικά, το βασικό δίλημμα που αναδεικνύεται αφορά τη δυνατότητα επέκτασης πέρα από τα όρια του υφιστάμενου οικισμού.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι χωρίς νέες οργανωμένες αναπτύξεις δεν μπορούν να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για επενδύσεις, νέες κατοικίες, υποδομές και οικονομική δραστηριότητα που θα εξασφαλίσουν τη μακροχρόνια βιωσιμότητα των μικρών οικισμών. Επιμένει επίσης ότι η οργανωμένη πολεοδόμηση, με Προεδρικό Διάταγμα, περιβαλλοντικές μελέτες και αυστηρούς όρους, αποτελεί σαφώς ασφαλέστερη επιλογή από τη διάσπαρτη εκτός σχεδίου δόμηση.

Από την άλλη πλευρά, οι επιστημονικοί φορείς θεωρούν ότι το νέο εργαλείο ενδέχεται να μετατοπίσει σταδιακά το ενδιαφέρον από την πραγματική αναζωογόνηση των ιστορικών οικισμών προς την ανάπτυξη νέων οικοδομήσιμων εκτάσεων. Ο ΣΕΠΟΧ εκφράζει ακόμη τον προβληματισμό ότι η συνεχής διεύρυνση ειδικών εργαλείων χωρικού σχεδιασμού ενισχύει τη λογική των κατά περίπτωση εξαιρέσεων αντί ενός ολοκληρωμένου πολεοδομικού σχεδιασμού.

Έτσι, παρά τις διαβεβαιώσεις του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας ότι τα ΕΣΠΕΡΑΑ δεν αποτελούν μηχανισμό γενικευμένης επέκτασης της δόμησης αλλά εργαλείο αναβίωσης της υπαίθρου με αυστηρές δικλίδες προστασίας, η δημόσια διαβούλευση αναδεικνύει το κρίσιμο ερώτημα που θα συνοδεύσει την εφαρμογή του νέου θεσμού: αν τελικά θα οδηγήσει στην ουσιαστική αναγέννηση των εγκαταλελειμμένων οικισμών ή θα αποτελέσει την αφετηρία για ένα νέο κύμα οργανωμένης ιδιωτικής πολεοδόμησης σε περιοχές με ιδιαίτερη περιβαλλοντική και πολιτιστική αξία.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας