Αυξάνει σταδιακά ο “δείκτης” ευαισθητοποίησης των πολιτών ένεκα του ρίσκου έναντι σε φυσικές καταστροφές. Ουσιαστικά, όλο και περισσότεροι ασφαλίζουν τις κατοικίες τους, κατανοώντας ότι το όφελος από τη μείωση του φόρου ως 20%, καλύπτει το κόστος του ασφαλίστρου.
Έτσι, με βάση την εκκαθάριση του ΕΝΦΙΑ, που αναρτήθηκε από χθες, τα στοιχεία έδειξαν ότι φέτος χορηγήθηκε έκπτωση ΕΝΦΙΑ λόγω ασφάλισης κατοικιών σε 428.147 δικαιούχους, για 609.219 δικαιώματα, συνολικού ποσού 26.096.715,41 ευρώ. Πέρσι, δικαιούχοι της έκπτωσης ήταν 359.434 φορολογούμενοι, για 502.597 δικαιώματα, με το συνολικό ποσό της έκπτωσης να διαμορφώνεται σε 21.083.226,17 ευρώ.
Η μείωση του ΕΝΦΙΑ ανέρχεται σε 20% για την ασφαλισμένη κατοικία του φυσικού προσώπου, εφόσον η φορολογητέα αξία ΕΝΦΙΑ έτους 2026, δεν υπερβαίνει τις 500.000 ευρώ. Σε περίπτωση που η φορολογητέα αξία της κατοικίας υπερβαίνει τις 500.000 ευρώ, το ποσοστό έκπτωσης είναι 10%.
Το “καμπανάκι”
Στο μεταξύ, όπως τόνισε στην εκδήλωση της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος (ΕΑΕΕ) με τίτλο «Beyond Risk – Η ασφάλιση μοχλός σταθερότητας και ανάπτυξης», που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης της Ένωσης, η γενική διευθύντρια της ΕΑΕΕ Ελίνα Παπασπυροπούλου, η ιδιωτική ασφάλιση καλείται να διαδραματίσει ολοένα πιο κρίσιμο ρόλο σε μια εποχή αυξημένων κινδύνων και αβεβαιότητας, όπου η κλιματική αλλαγή, οι επενδυτικές ανάγκες σε ενέργεια και υποδομές, αλλά και το δημογραφικό πρόβλημα αναδιαμορφώνουν το περιβάλλον κινδύνου για τις οικονομίες.
Η εποχή του σύνθετου και ακριβού ρίσκου
Στη νέα αυτή πραγματικότητα αναφέρθηκε εκτενώς ο πρόεδρος της ΕΑΕΕ Αλέξανδρος Σαρρηγεωργίου, σημειώνοντας ότι η διεθνής συγκυρία χαρακτηρίζεται από ένα περιβάλλον «μεγάλου ρίσκου και αβεβαιότητας».
Από το 1993 έως σήμερα, όπως ανέφερε, οι ασφαλιστικές εταιρείες έχουν καταβάλει σε πραγματικές τιμές περίπου 6,6 δισ. ευρώ σε αποζημιώσεις, εκ των οποίων 3,7 δισ. ευρώ αφορούν μεγάλες ζημιές άνω των 10 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για κεφάλαια που επιστρέφουν στην οικονομία στηρίζοντας οικογένειες και επιχειρήσεις σε περιόδους μεγάλων απωλειών.
Την ίδια στιγμή ο ασφαλιστικός κλάδος καταβάλλει περίπου 600 εκατ. ευρώ ετησίως σε φόρους, ενώ διαχειρίζεται επενδυτικά κεφάλαια ύψους 18 δισ. ευρώ, αποτελώντας έναν από τους σημαντικότερους θεσμικούς επενδυτές της ελληνικής οικονομίας.
Ωστόσο, όπως σημείωσε ο ίδιος, η πραγματική συμβολή της ασφάλισης δεν αποτυπώνεται μόνο στα οικονομικά μεγέθη, αλλά κυρίως στον ρόλο της ως μηχανισμού σταθερότητας σε περιόδους κρίσεων.
Κλιματική κρίση και φυσικές καταστροφές
Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τον κλάδο αποτελεί η κλιματική κρίση, η οποία εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους οικονομικούς κινδύνους παγκοσμίως.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, το 2025 οι φυσικές καταστροφές προκάλεσαν τον θάνατο 17.200 ανθρώπων διεθνώς, ενώ οι οικονομικές ζημιές έφτασαν τα 224 δισ. δολάρια. Από αυτές, μόλις τα 108 δισ. ήταν ασφαλισμένες.
Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Από το 1993 έως το 2025 καταγράφηκαν 59 μεγάλα καταστροφικά γεγονότα, με περισσότερες από 56.000 ζημιές και αποζημιώσεις που ξεπέρασαν τα 1,2 δισ. ευρώ. Μόνο το 2025 σημειώθηκαν έξι περιστατικά, με αποζημιώσεις περίπου 28 εκατ. ευρώ.
Παρά ταύτα, το ασφαλιστικό κενό στη χώρα παραμένει σημαντικό.
Το μεγάλο ασφαλιστικό κενό
Όπως σημείωσε ο κ. Σαρρηγεωργίου, η πολιτεία έχει προχωρήσει σε ορισμένα βήματα, όπως η μείωση του ΕΝΦΙΑ για ασφαλισμένες κατοικίες και η υποχρεωτική ασφάλιση για μεγάλες επιχειρήσεις.
Ωστόσο, η ασφαλιστική κάλυψη εξακολουθεί να παραμένει περιορισμένη. Στις κατοικίες το ποσοστό ασφάλισης αυξήθηκε από 15% σε περίπου 18%, παραμένοντας χαμηλό.
Σε περίπτωση ενός μεγάλου σεισμού, οι συνολικές ζημιές θα μπορούσαν να φτάσουν τα 11 δισ. ευρώ, ενώ το επίπεδο αντασφάλισης εκτιμάται περίπου στα 5 δισ. ευρώ.
«Δεν πρέπει να περιμένουμε τον επόμενο “Ντάνιελ” για να δράσουμε», προειδοποίησε χαρακτηριστικά.