Μενού Ροή
“Καμπανάκια” για τον κλάδο των Εμπορίας Πετρελαιοειδών - Η εικόνα “πίσω από τις γραμμές” της μελέτης του ΙΟΒΕ

Μπορεί να κυριαρχεί στη γενική εικόνα ότι ο κλάδος Εμπορίας Πετρελαιοειδών κατέγραψε πωλήσεις €17,8 δισεκ. έναντι €10,5 δισεκ. το 2021, με ένα + 69,2%, με βάση όσα αναφέρει μελέτη του ΙΟΒΕ με τα Συγκεντρωτικά Στοιχεία και τους Αριθμοδείκτες του Κλάδου Εμπορίας Πετρελαιοειδών για το έτος 2022, ωστόσο θα πρέπει να εστιάσει κάποιος/α σε σημεία που δείχνουν ότι ένας κλάδος κομβικός για την ενεργειακή μετάβαση έχει σημαντικές προκλήσεις να αντιμετωπίσει, όντας μάλιστα σε ένα περιβάλλον ρύθμισης με τα πλαφόν στο κέρδος ενεργό από το Σεπτέμβρη του 2021.

Στην εικόνα θα πρέπει να προστεθεί και το ότι δασμοί και φόροι με ποσοστό 21,4% αποτελούν τον δεύτερο σημαντικότερο παράγοντα διαμόρφωσης του κόστους πωληθέντων.

Αναλυτικά με βάση το ΙΟΒΕ:

O κλάδος εμπορίας πετρελαιοειδών διάνυσε μια περίοδο 5 ετών (2010-2014) συσσώρευσης ζημιών, οι οποίες πλησίασαν τα €340 εκατ. Το ίδιο διάστημα κάποιες επιχειρήσεις του κλάδου διέκοψαν τη λειτουργία τους. 

• Το 2015 ο κλάδος συνολικά επέστρεψε σε οριακή κερδοφορία, ενώ τα επόμενα έτη έως και το 2019, η κερδοφορία βελτιώθηκε. Το 2020 σημειώθηκαν σημαντική μείωση των κερδών και μεγάλες ζημιές για τον κλάδο. Τα επόμενα έτη 2021 και 2022 η κερδοφορία ανέκαμψε και επανήλθε κοντά στο επίπεδο του 2019. 

• Απομονώνοντας τις επιδόσεις των εταιριών εμπορίας που πωλούν αεροπορικά καύσιμα ή δραστηριοποιούνται σε διεθνείς πωλήσεις και εμπόριο (trading) προκύπτει ότι τα κέρδη του κλάδου συρρικνώνονται, ενώ και οι ζημιές των προηγούμενων ετών διογκώνονται ακόμα περισσότερο, φτάνοντας σωρευτικά (μετά από την πληρωμή φόρων) τα -396 εκατ. ευρώ την περίοδο 2010-2022. 

• Ουσιαστικά, η δραστηριότητα εμπορίας αεροπορικών καυσίμων και άλλων διεθνών πωλήσεων και εμπορίας συμβάλει καθοριστικά στα συνολικά οικονομικά αποτελέσματα του κλάδου. 

• Το συνολικό περιθώριο μικτού κέρδους των εταιριών εμπορίας πετρελαιοειδών υποχώρησε το 2022 σε 3% από 4,4% το 2021 και 4,1% κατά μέσο όρο την περίοδο 2010- 2022.

 • Το περιθώριο καθαρού κέρδους προ φόρων ήταν οριακά θετικό (0,5%) το 2022 και δεν μεταβλήθηκε σε σύγκριση με το 2021. 

Η υγειονομική κρίση και οι περιορισμοί στις μετακινήσεις οδήγησαν το 2020 αρκετές εταιρίες σε αρνητικό καθαρό περιθώριο κέρδους προ φόρων. Η κατάσταση βελτιώθηκε κάπως το 2021 και 2022, και η πλειονότητα των εταιριών σημείωσε οριακά θετική κερδοφορία.

Να σημειωθεί ότι ο αριθμός των πρατηρίων υποχώρησε το 2022 κατά 11,0% και διαμορφώθηκε σε 4.952 από 5.565 το προηγούμενο έτος. 

Συγχρόνως, μειώθηκαν οι μέσες πωλήσεις καυσίμων ανά πρατήριο (σε χιλ. μετρικούς τόνους) κατά 3,5%. Η χωρητικότητα των ιδιόκτητων αποθηκευτικών χώρων των εταιριών του κλάδου περιορίστηκε κατά 23,9%, ενώ παράλληλα μειώθηκε η χωρητικότητα των ενοικιαζόμενων αποθηκευτικών χώρων κατά 74,8%. Αντίθετα, ενισχύθηκαν ελαφρά οι αποθηκευτικοί χώροι πρατηρίων κατά 1,8%. Οριακή αύξηση καταγράφεται στον αριθμό των απασχολούμενων αυτοκινήτων (ιδιόκτητων και τρίτων), από 1.384 το 2021 σε 1.391 το 2022 (+0,5%). Τέλος, στις εξεταζόμενες εταιρίες του κλάδου απασχολήθηκαν 1.745 άτομα το 2022, αριθμός μειωμένος κατά 1,8% έναντι του προηγούμενου έτους.

Επενδύσεις

Οι λοιπές επενδύσεις του κλάδου ενισχύθηκαν ήπια το 2022 σε €75,9 εκατ., από €72,9 εκατ. το 2021. Παράλληλα, οι επενδύσεις που αφορούν την ασφάλεια και το περιβάλλον ενισχύθηκαν σημαντικά στα €6,950 δισεκ. το 2022 από €2,999 δισεκ. το 2021. 

Ως αποτέλεσμα της ενίσχυσης των λοιπών επενδύσεων, οι οποίες αποτελούν το κύριο μέρος των συνολικών επενδύσεων των εταιριών του κλάδου (91,6%), αλλά και της σημαντικής βελτίωσης των επενδύσεων για την ασφάλεια και το περιβάλλον, οι συνολικές επενδύσεις ενισχύθηκαν κατά 9,1%, σε €82,9 εκατ. το 2022 από €75,9 εκατ. το 2021. 

Αναλυτικά:

Μικτό Περιθώριο Κέρδους: (Μικτά Κέρδη/Αξία Πωλήσεων)

 Ο συγκεκριμένος δείκτης αποτελεί ένδειξη της πολιτικής αγορών και πωλήσεων που εφαρμόζουν οι επιχειρήσεις. Μια υψηλή τιμή του δείκτη δείχνει την ικανότητα των επιχειρήσεων του κλάδου να επιτυγχάνουν χαμηλές τιμές αγοράς πρώτων υλών και υψηλές τιμές πώλησης για τα προϊόντα που διαθέτουν στην αγορά. 

Η τιμή του συγκεκριμένου δείκτη επηρεάζεται όπως είναι εύλογο από την τιμή πώλησης των προϊόντων καθώς και από το κόστος κτήσης τους. Στον υπολογισμό της τιμής πώλησης λαμβάνεται υπόψη το κόστος κτήσης του προϊόντος (από τα διυλιστήρια) και το περιθώριο κέρδους που ορίζει η επιχείρηση για το προϊόν (το οποίο εξαρτάται από τον βαθμό ανταγωνισμού που επικρατεί στην αγορά). 

Στον υπολογισμό του κόστους κτήσης του προϊόντος εκτός από την τιμή αγοράς λαμβάνονται υπόψη οι φορολογικές και δασμολογικές επιβαρύνσεις που επιβάλει το Κράτος (π.χ. ειδικός φόρος κατανάλωσης, τέλος Ρ.Α.Ε., τέλη Δ.Ε.Τ.Ε. κ.λπ.) καθώς και η μέθοδος αποτίμησης των αποθεμάτων (F.I.F.O., L.I.F.O., Μέσο Σταθμικό Κόστος) που ακολουθεί κάθε επιχείρηση. 

Το μικτό περιθώριο κέρδους για το σύνολο των επιχειρήσεων του κλάδου ενώ την περίοδο 2000-2009 κυμαινόταν κατά μέσο όρο στα επίπεδα του 8%, την περίοδο 2010-2015 περιορίστηκε στο ήμισυ περίπου (3,8% κατά μέσο όρο).

Το 2016 ενισχύθηκε στο 5,2%, αλλά τα επόμενα έτη υποχώρησε σε 4,6% το 2017 και περαιτέρω σε 4,0% το 2018, με το 2019 να ανακάμπτει εκ νέου φτάνοντας το 4,3% και το 4,5% το 2020. Το 2021, το μικτό περιθώριο κέρδους υποχώρησε οριακά σε 4,4% και το 2022 υποχώρησε εκ νέου στο 3%. 

Σε επίπεδο εταιριών, τα υψηλότερα ποσοστά μικτού περιθωρίου κέρδους το 2022 κατέγραψαν οι MELCO (20,8%), η LPC (19,8%), η Coral Gas (9,6%) και η Shell & MoH Aviation (5,4%). Πρέπει όμως να σημειωθεί πως οι περισσότερες εταιρίες δραστηριοποιούνται στην εμπορία λιπαντικών και στην εμπορία καυσίμων αεροπλάνων, όπου τα περιθώρια κέρδους είναι υψηλότερα σε σύγκριση με τις υπόλοιπες εταιρίες που ως κύρια δραστηριότητα έχουν την πώληση καυσίμων για αυτοκίνητα (βενζίνες, πετρέλαιο κίνησης, υγραέριο κίνησης) 

Περιθώριο Κέρδους (Ζημιάς) προ φόρων: [Κέρδη (Ζημιές) προ Φόρων/Αξία 

Ο λόγος των κερδών (ζημιών) προ φόρων προς τις πωλήσεις εκφράζει τον αριθμοδείκτη του περιθωρίου κέρδους (ζημιάς) προ φόρων. Ο συγκεκριμένος αριθμοδείκτης καταγράφει το ποσοστό κέρδους (ζημιάς) προ φόρων επί των πωλήσεων με συνυπολογισμό των λειτουργικών (αμοιβές προσωπικού, εργοδοτικές εισφορές κ.λπ.) και μη λειτουργικών εσόδων/εξόδων (έκτακτα έσοδα/έξοδα από συναλλαγματικές διαφορές, από προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις, από πωλήσεις παγίων, από κέρδη ή ζημιές που συμβαίνουν σπάνια και δεν σχετίζονται με την κατεξοχήν λειτουργία της επιχείρησης) καθώς και των καθαρών χρηματοοικονομικών εξόδων των επιχειρήσεων (διαφορά χρηματοοικονομικών εξόδων εσόδων). Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμοδείκτης περιθωρίου κέρδους (προ φόρων), τόσο πιο επικερδής είναι η επιχείρηση ή η ομάδα επιχειρήσεων, και αντίστροφα.

Και σε αυτή την περίπτωση η εικόνα της διαχρονικής πορείας του αριθμοδείκτη δεν διαφοροποιείται σε σχέση με τους αριθμοδείκτες Αποδοτικότητας Ιδίων Κεφαλαίων προ και μετά από Φόρους, καθώς ενώ την περίοδο 2000-2009 το μέσο περιθώριο κέρδους προ φόρων ανήλθε σε +1,5%, την περίοδο 2010-2015 έγινε αρνητικό (-0,3% κατά μέσο όρο).

 Το 2016 ενισχύθηκε οριακά συγκριτικά με το προηγούμενο έτος (+0,3%), ενώ το 2017 και το 2018 διαμορφώθηκε σε οριακά θετικό επίπεδο (0,6%) και διατηρήθηκε εκεί και το 2019 (0,7%). Το 2020, όμως μετά από 3 χρόνια σε οριακά θετικό επίπεδο, το περιθώριο κέρδους προ φόρων έγινε αρνητικό και διαμορφώθηκε στο -0,5%. 

Το 2021, με τη βελτίωση της κερδοφορίας του κλάδου ο δείκτης ενισχύθηκε στο 0,5% όπου και διατηρήθηκε το 2022. Σε εταιρικό επίπεδο, όλες οι εταιρίες, εκτός από μία, εμφάνισαν το 2022 θετικό περιθώριο κέρδους προ φόρων, έστω και οριακά, με το υψηλότερο να καταγράφουν και πάλι κυρίως οι επιχειρήσεις ασχολούνται με την εμπορία λιπαντικών και την εμπορία καυσίμων αεροπλάνων, όπου τα περιθώρια κέρδους είναι υψηλότερα σε σύγκριση με τις υπόλοιπες εταιρίες του δείγματος, δηλαδή η Melco (14,3%) και η LPC (+12,0%) και η BP Ελληνική (+3,5%) Έπονται με χαμηλότερα ποσοστά οι υπόλοιπες εταιρείες, ενώ στον αντίποδα, μηδενικό περιθώριο κέρδους προ φόρων εμφάνισε η ΕΤΕΚΑ και αρνητικό η ΕΚΟ (-0,4%) (Πίνακας 4.9).

Ως προς τα οικονομικά μεγέθη και αποτελέσματα των εταιριών εμπορίας πετρελαιοειδών οι κύριες διαπιστώσεις συνοψίζονται στα εξής: 

• Η αξία πωλήσεων των εξεταζόμενων εταιριών εμπορίας πετρελαιοειδών το 2022 ανήλθε σε 17,8 δισ. ευρώ αυξημένη κατά 69,2% σε σύγκριση με το 2021 και υπερδιπλάσια σε σύγκριση με το 2020. 

• Η αύξηση αυτή οφείλεται στην ενίσχυση του όγκου πωλήσεων και στην κατακόρυφη άνοδο των διεθνών τιμών των προϊόντων πετρελαίου, η οποία το 2022 οδήγησε σε αύξηση του κόστους πωληθέντων κατά 71,6% έναντι του 2021. 

• Τα μικτά κέρδη των εταιριών εμπορίας πετρελαιοειδών έφτασαν τα €528 εκατ. το 2022. Ενισχύθηκαν μετά τη σημαντική υποχώρηση το 2020 και βρίσκονται σε επίπεδο λίγο υψηλότερο έναντι του 2019. 

• Ο κλάδος εμπορίας πετρελαιοειδών διάνυσε μια περίοδο 5 ετών (2010-2014) συσσώρευσης ζημιών, οι οποίες πλησίασαν τα €340 εκατ. Το ίδιο διάστημα κάποιες επιχειρήσεις του κλάδου διέκοψαν τη λειτουργία τους. 

• Το 2015 ο κλάδος συνολικά επέστρεψε σε οριακή κερδοφορία, ενώ τα επόμενα έτη έως και το 2019, η κερδοφορία βελτιώθηκε. Το 2020 σημειώθηκαν σημαντική μείωση των κερδών και μεγάλες ζημιές για τον κλάδο. Τα επόμενα έτη 2021 και 2022 η κερδοφορία ανέκαμψε και επανήλθε κοντά στο επίπεδο του 2019. 

• Απομονώνοντας τις επιδόσεις των εταιριών εμπορίας που πωλούν αεροπορικά καύσιμα ή δραστηριοποιούνται σε διεθνείς πωλήσεις και εμπόριο (trading) προκύπτει ότι τα κέρδη του κλάδου συρρικνώνονται, ενώ και οι ζημιές των προηγούμενων ετών διογκώνονται ακόμα περισσότερο, φτάνοντας σωρευτικά (μετά από την πληρωμή φόρων) τα -396 εκατ. ευρώ την περίοδο 2010-2022. 

• Ουσιαστικά, η δραστηριότητα εμπορίας αεροπορικών καυσίμων και άλλων διεθνών πωλήσεων και εμπορίας συμβάλει καθοριστικά στα συνολικά οικονομικά αποτελέσματα του κλάδου. 

• Το συνολικό περιθώριο μικτού κέρδους των εταιριών εμπορίας πετρελαιοειδών υποχώρησε το 2022 σε 3% από 4,4% το 2021 και 4,1% κατά μέσο όρο την περίοδο 2010- 2022.

 • Το περιθώριο καθαρού κέρδους προ φόρων ήταν οριακά θετικό (0,5%) το 2022 και δεν μεταβλήθηκε σε σύγκριση με το 2021. 

Η υγειονομική κρίση και οι περιορισμοί στις μετακινήσεις οδήγησαν το 2020 αρκετές εταιρίες σε αρνητικό καθαρό περιθώριο κέρδους προ φόρων. Η κατάσταση βελτιώθηκε κάπως το 2021 και 2022, και η πλειονότητα των εταιριών σημείωσε οριακά θετική κερδοφορία.

• Το περιθώριο καθαρού κέρδους προ φόρων το 2022 ήταν σχεδόν μηδενικό για τις πωλήσεις εσωτερικού. Γίνεται οριακά θετικό (0,5%) με τη συμπερίληψη των πωλήσεων αεροπορικών καυσίμων και του διεθνούς trading, στις οποίες το περιθώριο καθαρού κέρδους προ φόρων διαμορφώθηκε σε 1,8% το 2022.

 • Στις εξεταζόμενες εταιρίες του κλάδου εργάστηκαν 1.745 άτομα το 2022, από 1.777 το 2021. 

• Οι συνολικές επενδύσεις του κλάδου ενισχύθηκαν κατά 9,1%, σε €82,9 εκατ. το 2022 από €75,9 εκατ. το 2021. 

• Ο αριθμός των πρατηρίων περιορίστηκε το 2022 σε 4.952 από 5.565 το 2021 (-11,0%). 

Το κοινωνικό προϊόν

Το κοινωνικό προϊόν του κλάδου εμπορίας πετρελαιοειδών το 2022 διαμορφώθηκε το 2022 σε €3,9 δισ., καθώς οι εξεταζόμενες εταιρίες:

 • Δημιούργησαν για τον κρατικό προϋπολογισμό έσοδα από φόρους και άλλες εισφορές που ανήλθαν σε €3,7 δισ. 

• Κατέβαλαν στο προσωπικό τους, υπό μορφή καθαρών αμοιβών και εργοδοτικών εισφορών, €95,9 εκατ. 

• Κατέβαλαν πληρωμές προς το χρηματοπιστωτικό σύστημα ύψους €44,8 εκατ. 

• Αποκόμισαν από τη δραστηριότητά τους συνολικά κέρδη ύψους €70,1 εκατ. 

Οι προοπτικές

Ως προς τις προοπτικές και προκλήσεις του κλάδου τα επόμενα χρόνια επισημαίνονται τα εξής: 

• Η αύξηση του κόστους χρηματοδότησης επηρεάζει έντονα τις εταιρίες εμπορίας πετρελαιοειδών εξαιτίας των υψηλών αναγκών σε κεφάλαια κίνησης για την κτήση των προϊόντων πετρελαίου συμπεριλαμβανομένης της πληρωμής του ειδικού φόρου κατανάλωσης. 

• Πολλοί από τους εθνικούς στόχους πολιτικής για την Ενέργεια και το Κλίμα επηρεάζουν άμεσα τον κλάδο εμπορίας πετρελαιοειδών, καθώς για να επιτευχθούν απαιτούνται μέτρα περιορισμού της κατανάλωσης πετρελαιοειδών. 

• Σύμφωνα με το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), η ετήσια κατανάλωση προϊόντων πετρελαίου για ενεργειακή χρήση θα υποχωρήσει κατά 8% το 2025 και κατά 23% το 2030 σε σύγκριση με το 2015, δημιουργώντας σοβαρές πιέσεις στις εταιρίες εμπορίας πετρελαιοειδών. 

• Στον τομέα των Μεταφορών, η μείωση της κατανάλωσης πετρελαιοειδών θα βασιστεί στην υποκατάσταση με ηλεκτρική ενέργεια (ηλεκτροκίνηση), αέρια καύσιμα (προηγμένα και συνθετικά βιοκαύσιμα) και πράσινο υδρογόνο καθώς και σε ενίσχυση της ενεργειακής απόδοσης. 

• Οι εταιρίες εμπορίας πετρελαιοειδών έχουν αναλάβει μεγάλο τμήμα της υποχρέωσης βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης (περίπου 56% του συνόλου ή 815 ktoe). Αυτό  συνεπάγεται υψηλό κόστος συμμόρφωσης εφόσον οι εταιρίες δεν λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης στους τομείς που χρησιμοποιούνται πετρελαιοειδή (πλην αεροπορικών μεταφορών). 

• Το κόστος αυτό δημιουργεί ένα επιπλέον βάρος για τα οικονομικά αποτελέσματα των εταιριών του κλάδου και περισσότερο για εκείνες που παρουσιάζουν ζημιές ή οριακή κερδοφορία. 

• Για την περίοδο 2023-2030 θα απαιτηθεί από τις Εταιρίες Εμπορίας Πετρελαιοειδών να επιτύχουν εξοικονομήσεις ενέργειας στην τελική κατανάλωση υλοποιώντας και τεχνικά μέτρα (εκτός από οριζόντια/συμπεριφορικά), τα οποία απαιτούν υψηλές επενδύσεις. 

• Η αναμενόμενη υποχώρηση των πωλήσεων θα διατηρήσει την ιδιαίτερα ασθενή κερδοφόρα εικόνα του κλάδου ή θα την καταστήσει ζημιογόνα, τουλάχιστον όσον αφορά: 

α) τα προϊόντα που κατευθύνονται στην εσωτερική αγορά (κυρίως βενζίνες και πετρέλαιο κίνησης και θέρμανσης) και 

β) τις επιχειρήσεις που στηρίζουν τις πωλήσεις τους σε αυτά τα προϊόντα.

 • Τα οικονομικά αποτελέσματα του κλάδου τα επόμενα έτη θα εξαρτηθούν κρίσιμα από την πορεία της οικονομίας, την εξέλιξη των διεθνών τιμών πετρελαίου, τη φορολογική αντιμετώπιση και την ικανότητα τραπεζικής ή άλλης χρηματοδότησης με αποδεκτό κόστος.

 • Συγχρόνως, μεσοπρόθεσμα απαιτούνται σημαντικές επενδύσεις από τις εταιρίες εμπορίας για την προσαρμογή στα νέα δεδομένα (ηλεκτροκίνηση, σταθμοί υδρογόνου, κ.λπ.). 

Τα οικονομικά αποτελέσματα του κλάδου, όπως αποτυπώνονται στην παρούσα μελέτη, δημιουργούν ορισμένες αμφιβολίες για την οικονομική δυνατότητα των μικρότερων κυρίως επιχειρήσεων να τις υλοποιήσουν. 

Η εικόνα των επιδόσεων

Η αξία πωλήσεων των επιχειρήσεων του κλάδου εμπορίας πετρελαιοειδών ενισχύθηκε σημαντικά το 2022 και διαμορφώθηκε σε €17,8 δισεκ. έναντι €10,5 δισεκ. το 2021, καταγράφοντας αύξηση κατά 69,2%, με βάση όσα αναφέρει μελέτη του ΙΟΒΕ με τα Συγκεντρωτικά Στοιχεία και τους Αριθμοδείκτες του Κλάδου Εμπορίας Πετρελαιοειδών για το έτος 2022

Με βάση, όσα αναφέρονται, ο όγκος πωλήσεων βελτιώθηκε το 2022 κατά 23,9% (σε 13.856 χιλ. μετρικούς τόνους από 11.179 χιλ. μετρικούς τόνους το 2021) λόγω της άρσης μέτρων περιορισμού οικονομικών δραστηριοτήτων και μετακινήσεων που εφαρμόστηκαν τους πρώτους μήνες του 2021 για την αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης. 

Επομένως, η αύξηση στην αξία των πωλήσεων το 2022, οφείλεται τόσο στην άνοδο της μέσης τιμής πώλησης των προϊόντων όσο και στην αύξηση του όγκου πωλήσεων. Το συνολικό κόστος πωληθέντων, αυξήθηκε κατά 71,6% και διαμορφώθηκε το 2022 σε €17 δισεκ. από €10 δισεκ. το 2021. Το 77,8% του κόστους πωληθέντων αφορά στο κόστος εισαγωγής CIF, το οποίο –με δεδομένο ότι εξαρτάται από τις διακυμάνσεις στις διεθνείς τιμές των προϊόντων πετρελαίου– αποτέλεσε τον κυριότερο παράγοντα μεταβολής του κόστους πωληθέντων το 2022. 

Οι φόροι

Οι δασμοί και φόροι με ποσοστό 21,4% αποτελούν τον δεύτερο σημαντικότερο παράγοντα διαμόρφωσης του κόστους πωληθέντων, ενώ οριακή είναι η επίδραση των άμεσων εξόδων αγορών, που συμμετέχουν στο κόστος πωληθέντων με ποσοστό 0,8%. Η μικτή κερδοφορία του κλάδου ενισχύθηκε σημαντικά το 2022 σε €527,6 εκατ. από €456,7 εκατ. την προηγούμενη χρονιά (+15,5%). Οι δαπάνες των επιχειρήσεων του κλάδου –που σε πολύ μεγάλο βαθμό (72,2%) σχετίζονται με τα λοιπά λειτουργικά έξοδα και τις αμοιβές προσωπικού– διαμορφώθηκαν το 2022 σε €495,4 εκατ. σημειώνοντας σημαντική αύξηση σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος (+11,1%), κυρίως λόγω αύξησης των λοιπών λειτουργικών εξόδων και των φόρων και εισφορών

Τα καθαρά κέρδη του κλάδου (μετά από φόρους) διατηρήθηκαν σε θετικό επίπεδο και ενισχύθηκαν περαιτέρωσε €65,1 εκατ. το 2022 από €44,7 εκατ. το 2021. Το αποτέλεσμα αυτό επηρεάστηκε από την ηπιότερη αύξηση των συνολικών δαπανών σε σύγκριση με τα μικτά κέρδη. 

 

 

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας