Με τη σκιά της ανόδου των τιμών των καυσίμων και τις συνεχιζόμενες ελλείψεις νέων αεροσκαφών να βαραίνουν τις προοπτικές του κλάδου, οι επικεφαλής των μεγαλύτερων αεροπορικών εταιρειών του κόσμου συγκεντρώθηκαν στο Ρίο ντε Τζανέιρο για την ετήσια σύνοδο της Διεθνούς Ένωσης Αερομεταφορών (IATA), αναζητώντας τρόπους διατήρησης της κερδοφορίας τους σε ένα ολοένα πιο απαιτητικό περιβάλλον.
Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου, που τροφοδοτήθηκε από τις γεωπολιτικές εντάσεις και τον πόλεμο με το Ιράν, αυξάνει σημαντικά το λειτουργικό κόστος των αεροπορικών εταιρειών, ενώ παράλληλα οι περιορισμοί στον εναέριο χώρο και οι αλλαγές δρομολογίων επιβαρύνουν περαιτέρω τη λειτουργία τους.
Την ίδια στιγμή, οι καθυστερήσεις στις παραδόσεις αεροσκαφών από τις Boeing και Airbus στερούν από τις αεροπορικές εταιρείες τη δυνατότητα να ανανεώσουν γρήγορα τους στόλους τους με πιο αποδοτικά αεροσκάφη. Ως αποτέλεσμα, πολλές επιχειρήσεις αναγκάζονται να διατηρούν σε υπηρεσία παλαιότερα αεροσκάφη με υψηλότερη κατανάλωση καυσίμων και αυξημένες ανάγκες συντήρησης.
Η IATA, η οποία εκπροσωπεί περισσότερες από 370 αεροπορικές εταιρείες και περίπου το 85% της παγκόσμιας επιβατικής κίνησης, είχε προβλέψει πριν από την έναρξη της κρίσης καθαρά κέρδη-ρεκόρ ύψους 41 δισ. δολαρίων για τον κλάδο το 2025. Ωστόσο, αναλυτές και στελέχη της αγοράς θεωρούν πλέον πιθανή την αναθεώρηση αυτής της πρόβλεψης προς τα κάτω.
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Deloitte σε 21 διευθύνοντες συμβούλους αεροπορικών εταιρειών, η μεταβλητότητα των τιμών των καυσίμων και ο πληθωρισμός αποτελούν σήμερα τους σημαντικότερους κινδύνους για τη βιομηχανία. Οι εταιρείες στρέφονται πλέον σε πιο αυστηρό έλεγχο του κόστους και σε μέτρα ενίσχυσης της οικονομικής τους ανθεκτικότητας.
Αυξήσεις στα εισιτήρια με κίνδυνο επιβράδυνσης της ζήτησης
Η βασική άμυνα των αεροπορικών εταιρειών απέναντι στο αυξημένο κόστος παραμένει η αύξηση των ναύλων. Ωστόσο, η δυνατότητα μετακύλισης των επιβαρύνσεων στους επιβάτες έχει όρια, καθώς οι υψηλότερες τιμές ενδέχεται να περιορίσουν τη ζήτηση, ιδιαίτερα στις πιο ευαίσθητες οικονομικά κατηγορίες ταξιδιωτών.
«Οι αεροπορικές εταιρείες μπορούν να αυξήσουν τα εισιτήρια μόνο μέχρι ενός σημείου. Από εκεί και πέρα η ζήτηση αρχίζει να υποχωρεί και οι πτήσεις μειώνονται», ανέφερε ο διευθύνων σύμβουλος της Air New Zealand, Νίκιλ Ραβισανκάρ.
Ανάλογη στάση τηρεί και η βραζιλιάνικη Azul, η οποία εξετάζει τη μείωση ορισμένων δρομολογίων προκειμένου να προσαρμόσει την προσφορά στη νέα πραγματικότητα των ακριβότερων καυσίμων.
Παρά τις πιέσεις, η ταξιδιωτική ζήτηση παραμένει ισχυρή σε αρκετές αγορές, ιδιαίτερα στα ταξίδια υψηλής κατηγορίας και στις επαγγελματικές μετακινήσεις. Αυτό επιτρέπει σε πολλές εταιρείες να διατηρούν υψηλότερες τιμές χωρίς σημαντικές απώλειες επιβατών.
Οι επενδύσεις σε νέους στόλους συνεχίζονται
Παρά το δυσμενές περιβάλλον, οι αεροπορικές εταιρείες δεν εγκαταλείπουν τα επενδυτικά τους σχέδια. Η Philippine Airlines προετοιμάζεται για νέες παραγγελίες αεροσκαφών μέσα στους επόμενους μήνες, ενώ η Singapore Airlines βρίσκεται ήδη σε διαπραγματεύσεις για την αγορά τουλάχιστον 50 αεροσκαφών ευρείας ατράκτου.
Παράλληλα, η αυστραλιανή Qantas εξετάζει την προμήθεια περίπου 20 νέων αεροσκαφών μεγάλων αποστάσεων από την Airbus ή τη Boeing, επιβεβαιώνοντας ότι η μακροπρόθεσμη ζήτηση για αερομεταφορές εξακολουθεί να στηρίζει τις επενδύσεις του κλάδου.
Ωστόσο, σύμφωνα με τη διοίκηση της βραζιλιάνικης κατασκευάστριας Embraer, ορισμένες εταιρείες εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές, καθυστερώντας αποφάσεις για πρόσθετες αγορές αεροσκαφών έως ότου ξεκαθαρίσει η πορεία των τιμών της ενέργειας και των διεθνών αγορών.
Με το κόστος καυσίμων να παραμένει σε υψηλά επίπεδα και τις παραδόσεις νέων αεροσκαφών να συνεχίζουν να καθυστερούν, η φετινή χρονιά διαμορφώνεται ως μία από τις πιο απαιτητικές για τον παγκόσμιο αεροπορικό κλάδο από το τέλος της πανδημίας.
Πηγή: Reuters