Η κοινή επιστολή Ελλάδας και Κύπρου προς την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων παρουσιάστηκε ως ένα βήμα «ξεπαγώματος» για το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης GSI. Στην πραγματικότητα, όμως, περισσότερο μοιάζει με μια προσεκτική επαναφορά στο τραπέζι παρά με ουσιαστική επανεκκίνηση. Και αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό· είναι, ίσως, η πρώτη ειλικρινής προσέγγιση ενός έργου που εδώ και καιρό κινείται μεταξύ φιλοδοξίας και αμφιβολίας.
Το πολιτικό μήνυμα είναι σαφές. Αθήνα και Λευκωσία επιχειρούν να επανατοποθετήσουν το έργο στο ευρωπαϊκό κάδρο, αναγνωρίζοντας ότι χωρίς ισχυρή θεσμική στήριξη και αξιόπιστη χρηματοδότηση, το GSI δεν μπορεί να προχωρήσει. Η εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων δεν είναι απλώς μια τεχνική εξέλιξη είναι μια προσπάθεια αποκατάστασης εμπιστοσύνης. Σε ένα έργο τέτοιου μεγέθους, η εμπιστοσύνη είναι το νόμισμα που προηγείται κάθε επένδυσης.
Ωστόσο, η ουσία βρίσκεται αλλού. Η ΕΤΕπ δεν καλείται να χρηματοδοτήσει απλώς το έργο, καλείται πρώτα να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα, βγαίνει; Είναι οικονομικά και τεχνικά βιώσιμο σε ένα περιβάλλον όπου το ενεργειακό τοπίο μεταβάλλεται ταχύτατα, το κόστος κεφαλαίου αυξάνεται και οι τεχνολογικές εναλλακτικές πολλαπλασιάζονται;
Αυτή η διαδικασία αξιολόγησης είναι το πραγματικό turning point. Αν η απάντηση είναι θετική, το GSI αποκτά ξανά δυναμική, ενδεχομένως προσελκύοντας ιδιωτικά κεφάλαια και ενισχύοντας τον ρόλο του ως έργο στρατηγικής σημασίας για την Ανατολική Μεσόγειο. Αν είναι αρνητική, τότε το έργο δεν απλώς καθυστερεί — επαναπροσδιορίζεται συνολικά, ίσως και υποβαθμίζεται σε επίπεδο προτεραιότητας.
Η συζήτηση γύρω από το GSI έχει για καιρό κινηθεί περισσότερο σε πολιτικό και γεωστρατηγικό επίπεδο παρά σε καθαρά επιχειρηματικούς όρους. Αυτό εξηγεί και τις επαναλαμβανόμενες προσδοκίες που δεν μετουσιώθηκαν σε αποφάσεις. Το έργο παρουσιάστηκε ως «αναγκαίο», αλλά όχι πάντα ως «βιώσιμο», τουλάχιστον από Κυπριακής πλευράς. Και σε μια εποχή αυστηρής χρηματοοικονομικής πειθαρχίας, το δεύτερο είναι αυτό που τελικά κρίνει την τύχη κάθε μεγάλης επένδυσης.
Η κοινή επιστολή, λοιπόν, δεν είναι το τέλος της αβεβαιότητας μεταφέρει απλά τη συζήτηση από το πολιτικό επίπεδο στο τεχνοκρατικό, εκεί όπου δεν υπάρχουν δηλώσεις αλλά αριθμοί. Και οι αριθμοί δεν επηρεάζονται από προθέσεις.
Το GSI βρίσκεται πλέον σε ένα ιδιότυπο σημείο καμπής. Έχει επανέλθει στη συζήτηση, αλλά όχι ακόμη στην υλοποίηση. Έχει πολιτική στήριξη, αλλά αναζητά οικονομική επιβεβαίωση. Έχει στρατηγική αξία, αλλά πρέπει να αποδείξει εμπορική λογική, ξανά από την αρχή. Σαν να βρισκόμαστε ακόμα στο μακρινό 2023 θυμίζει η νέα κατάσταση που έχει δημιουργηθεί..