Σε καθεστώς αυξημένης αβεβαιότητας κινείται η εγχώρια βιομηχανία, καθώς παραμένουν σε εκκρεμότητα οι κυβερνητικές ανακοινώσεις για τα μέτρα στήριξης στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίες αναμένονται σύντομα. Το τοπίο έχει πλέον αλλάξει αισθητά, αφού το λεγόμενο «ιταλικό μοντέλο» ενεργειακού δανεισμού έχει ουσιαστικά απομακρυνθεί από το τραπέζι, έπειτα από τις ενστάσεις των ευρωπαϊκών αρχών για τη συμβατότητά του με το νέο πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων.
Υπενθυμίζεται ότι το ιταλικό μοντέλο είχε προτείνει και ο ίδιος ο ΣΕΒ και προέβλεπε προκαταβολική στήριξη του κόστους ρεύματος, με σταδιακή επιστροφή των ποσών σε βάθος χρόνου. Ωστόσο, οι κανόνες που διέπουν πλέον τις ενισχύσεις στην «καθαρή βιομηχανία» θέτουν αυστηρά όρια στη σώρευση επιδοτήσεων, με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη λύση να θεωρείται μη αποδεκτή σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Σε αυτό το πλαίσιο, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας στρέφει το βάρος του σχεδιασμού του στις αντισταθμίσεις για το έμμεσο κόστος CO₂. Όπως ξεκαθάρισε χθες και ο υπουργός Ενέργειας Στάυρος Παπασταύρου, η λύση που επεξεργάζεται η Αθήνα θα είναι πλήρως ευθυγραμμισμένη με το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, αποκλείοντας λύσεις που θα μπορούσαν να προσκρούσουν σε νέες απορρίψεις από την Κομισιόν.
Το «κλειδί» του εθνικού συντελεστή εκπομπών
Ειδικότερα, σύμφωνα με πηγές του ΥΠΕΝ, η τρέχουσα διαπραγμάτευση με τις Βρυξέλλες επικεντρώνεται στον τρόπο υπολογισμού του εθνικού συντελεστή εκπομπών CO₂, ο οποίος καθορίζει το ύψος των αντισταθμίσεων που λαμβάνει η βιομηχανία. Όσο υψηλότερο είναι το ανθρακικό αποτύπωμα της ηλεκτροπαραγωγής μιας χώρας, τόσο μεγαλύτερη είναι η επιβάρυνση από τα δικαιώματα εκπομπών, και αντίστοιχα το περιθώριο αποζημίωσης.
Στην ελληνική περίπτωση, η ταχεία απολιγνιτοποίηση έχει οδηγήσει σε μείωση του συντελεστή από 0,73 tCO₂/MWh σε περίπου 0,58 tCO₂/MWh, με περαιτέρω πτωτική πορεία να προβλέπεται την επόμενη πενταετία. Η εξέλιξη αυτή, αν και θετική περιβαλλοντικά, περιορίζει τα διαθέσιμα ποσά για αντιστάθμιση του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας.
Για να αποφευχθεί αυτή η συρρίκνωση, το ΥΠΕΝ επιδιώκει να εισαχθεί στον υπολογισμό και ο περιφερειακός συντελεστής, ο οποίος λαμβάνει υπόψη το ενεργειακό αποτύπωμα γειτονικών χωρών. Στο τραπέζι βρίσκονται κυρίως η Βουλγαρία και η Ρουμανία, με συντελεστές της τάξης των 0,91 και 0,96 tCO₂/MWh αντίστοιχα, αισθητά υψηλότερους από τον ελληνικό.
Περισσότερα χρήματα, χωρίς νέες υποχρεώσεις
Όπως επισημαίνουν οι ίδιες πηγές, εφόσον αυξηθεί το ποσό της αντιστάθμισης, οι βιομηχανίες θα μπορούν να εξασφαλίσουν πρόσθετη στήριξη για μια πενταετία χωρίς να απαιτείται η υλοποίηση νέων επενδύσεων σε ΑΠΕ. Στόχος, σύμφωνα με το υπουργείο, είναι τα τελικά ποσά να μην είναι χαμηλότερα, και αν είναι δυνατόν να ξεπερνούν, εκείνα που λάμβαναν έως σήμερα.
Παράλληλα, οι νέες κοινοτικές κατευθύνσεις ανοίγουν ένα ακόμη «παράθυρο», το ποσοστό της κατανάλωσης που μπορεί να καλυφθεί μέσω των εσόδων από αντιστάθμιση να αυξάνεται από το 75%, στο 80%. Πρόκειται για μια βελτίωση μεν, περιορισμένη δε, σε σχέση με το εύρος του προβλήματος που αντιμετωπίζει η ενεργοβόρος βιομηχανία.
Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι οι ίδιες πηγές άφησαν ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων παρεμβάσεων και extra πιθανών μέτρων, χωρίς σαφή αναφορά στο αν αυτές θα αφορούν ειδικά τους ενεργοβόρους ή συνολικά τη βιομηχανία.
Διεύρυνση του μέτρου και το «αγκάθι» των τσιμέντων
Ένα ακόμη ενδεχόμενο που εξετάζεται είναι η επέκταση του μέτρου των αντισταθμίσεων σε περισσότερους βιομηχανικούς κλάδους. Στο επίκεντρο βρίσκεται η τσιμεντοβιομηχανία, η οποία σήμερα δεν περιλαμβάνεται στους δικαιούχους, παρά το γεγονός ότι αντιμετωπίζει έντονο ανταγωνισμό από χώρες εκτός ETS, όπως η Τουρκία.
Για να ανοίξει αυτός ο δρόμος, η ελληνική πλευρά θα πρέπει να καταθέσει στην Κομισιόν τεκμηριωμένη μελέτη που να αποδεικνύει ότι ο κλάδος, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, πληροί τα κριτήρια επιλεξιμότητας. Θα πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι η ελληνική τσιμεντοβιομηχανία πιέζεται έντονα από γειτονικές αγορές και σε επίπεδο ΕΕ ο κλάδος έχει ήδη συρρικνωθεί, γεγονός που αποδυναμώνει το επιχείρημα.
Η αντίδραση της βιομηχανίας
Στον αντίποδα, οι εκπρόσωποι της βιομηχανίας εκπέμπουν έντονη δυσαρέσκεια. Την ώρα που χώρες όπως η Γερμανία και η Ιταλία έχουν ενεργοποιήσει μηχανισμούς ουσιαστικής μείωσης του ενεργειακού κόστους, οι ελληνικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να πληρώνουν έως και 40% ακριβότερο ρεύμα.
Η τελική ισορροπία θα κριθεί στις διαπραγματεύσεις με την Κομισιόν και στις ανακοινώσεις που αναμένονται το επόμενο διάστημα. Για τη βιομηχανία, ωστόσο, το διακύβευμα παραμένει σαφές, καθώς χωρίς ουσιαστική παρέμβαση στο κόστος ενέργειας, το χάσμα ανταγωνιστικότητας δύσκολα θα κλείσει.