Στην τρίτη εβδομάδα εισέρχεται η πολεμική σύρραξη στον Κόλπο, με τις «παράπλευρες» απώλειες για κοινωνίες και αγορές να είναι μεγάλες
Η στρατηγική σημασία της περιοχής στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα, και ιδίως στον ενεργειακό τομέα, μεταφράζεται ήδη σε έντονες ανατιμήσεις. Το πετρέλαιο ξεπέρασε τα 109 δολάρια ανά βαρέλι, καταγράφοντας άνοδο 4% σε εβδομαδιαία βάση, 50% σε μηνιαία και 76% σε ετήσια. Αντίστοιχα, το φυσικό αέριο στον ολλανδικό κόμβο TTF διαμορφώθηκε στα 61,58 ευρώ ανά θερμική μεγαβατώρα, με εντυπωσιακές αυξήσεις σε όλες τις χρονικές συγκρίσεις.
Οι εξελίξεις αυτές ενισχύουν τις πληθωριστικές πιέσεις και διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους για επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Ήδη, οι τιμές καυσίμων σε πολλές περιοχές υπερβαίνουν τα 2 ευρώ ανά λίτρο, ενώ εντείνεται ο κίνδυνος ενός νέου πληθωριστικού σπιράλ.
Την ίδια ώρα, η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας επανέρχεται στο προσκήνιο. Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος στο τελευταίο note on the Greek economy, ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται χαμηλότερος τα επόμενα χρόνια. Για το 2026 προβλέπεται αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,9%, έναντι προηγούμενης εκτίμησης 2,1%, ενώ οριακά χαμηλότερη είναι και η πρόβλεψη για το 2027, στο 2%.
Παρά τη συγκράτηση της δυναμικής, η ελληνική οικονομία εκτιμάται από την ΤτΕ στο τελευταίο , ότι θα συνεχίσει να υπεραποδίδει σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, κυρίως χάρη στην ιδιωτική κατανάλωση και τις επενδύσεις, με τις καθαρές εξαγωγές να έχουν περιορισμένη συμβολή.
Ο πληθωρισμός αναμένεται να παραμείνει επίμονος, στο 3,1% για το 2026, αντανακλώντας τις υψηλές τιμές ενέργειας και τροφίμων, καθώς και την ανθεκτικότητα των τιμών στις υπηρεσίες. Η σταδιακή αποκλιμάκωση προϋποθέτει υποχώρηση των ενεργειακών τιμών, εξέλιξη που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης.
Οι κίνδυνοι για την οικονομία παραμένουν κυρίως καθοδικοί. Η πιθανή κλιμάκωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή, η ενίσχυση του εμπορικού προστατευτισμού, η επιμονή του πληθωρισμού και οι επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης συνθέτουν ένα ασταθές σκηνικό.
Παρά τις πιέσεις, η ελληνική οικονομία έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Το 2025, ο ρυθμός ανάπτυξης διαμορφώθηκε στο 2,1%, υπερβαίνοντας το 1,4% της Ευρωζώνης, με βασικούς μοχλούς την κατανάλωση και τις επενδύσεις.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το ενεργειακό σοκ που προκαλεί η κρίση στη Μέση Ανατολή επιβαρύνει την οικονομική δραστηριότητα και τροφοδοτεί τον πληθωρισμό. Η τελική έκταση των επιπτώσεων θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη της σύγκρουσης και από τυχόν διαταραχές στην παραγωγή και διανομή ενέργειας.
Παράλληλα, όπως αναφέρει το ΤτΕ, οι υποθέσεις των τελευταίων μακροοικονομικών προβολών δείχνουν υψηλότερες τιμές ενέργειας, αυξημένα επιτόκια και ασθενέστερο ευρώ, στοιχεία που εντείνουν την αβεβαιότητα. Ωστόσο, η ελληνική οικονομία εκτιμάται ότι θα διατηρήσει θετική αναπτυξιακή πορεία, μειώνοντας σταδιακά την απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε όρους κατά κεφαλήν ΑΕΠ.
Ανησυχία για τη διεθνή συγκυρία καταγράφεται και στις αναλύσεις του ΚΕΠΕ, που επισημαίνουν την αυξανόμενη ευθραυστότητα της παγκόσμιας οικονομίας. (τετραμηνιαία έκδοση "Οικονομικές Εξελίξεις" το οποίο είναι διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα του ΚΕΠΕ και δημοσιεύτηκε χθες, τεύχος 59 - Φεβρουάριος 2026). Οι γεωπολιτικές εντάσεις, η επιμονή πληθωριστικών πιέσεων και η επιβράδυνση μεγάλων οικονομιών συνθέτουν ένα περιβάλλον με αυξημένους κινδύνους αλλά και ανοιχτές προοπτικές.
Στο ίδιο πλαίσιο, οι αγορές ομολόγων αποτυπώνουν την εντεινόμενη ανησυχία. Η απόδοση του γερμανικού 10ετούς ομολόγου κινήθηκε σε υψηλά 15ετίας, αγγίζοντας το 3,025%, αντανακλώντας τις προσδοκίες για διατήρηση υψηλών επιτοκίων και την επαναξιολόγηση της νομισματικής πολιτικής από τους επενδυτές.