Νέο κεφάλαιο ανοίγει για την ελληνική αγορά υδρογονανθράκων με την υπογραφή των συμβάσεων παραχώρησης για τέσσερις θαλάσσιες περιοχές νότια της Κρήτης και της Πελοποννήσου, στο πλαίσιο συνεργασίας της κοινοπραξίας Chevron – HELLENiQ ENERGY με το Ελληνικό Δημόσιο. Η τελετή πραγματοποιήθηκε σήμερα στο Μέγαρο Μαξίμου, παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπήθηκε από τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου και τον διευθύνοντα σύμβουλο της Ελληνική Διαχειριστική Εταιρεία Υδρογονανθράκων και Ενεργειακών Πόρων, Αριστοφάνης Στεφάτος. Από την πλευρά των εταιρειών υπέγραψαν ο αντιπρόεδρος της Chevron Gavin Lewis και ο διευθύνων σύμβουλος της HELLENiQ ENERGY Ανδρέας Σιάμισης.
Οι συμβάσεις αφορούν τέσσερα θαλάσσια blocks — «Νότια Πελοπόννησος», «Α2», «Νότια της Κρήτης I» και «Νότια της Κρήτης II» — συνολικής έκτασης περίπου 47.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Η ολοκλήρωση της διαδικασίας έγινε σε ιδιαίτερα σύντομο χρόνο, περίπου 18 μήνες μετά την εκδήλωση ενδιαφέροντος και λιγότερο από έναν χρόνο από την επίσημη προκήρυξη του διαγωνισμού, στοιχείο που — σύμφωνα με το ΥΠΕΝ — ενίσχυσε την αξιοπιστία της χώρας ως επενδυτικού προορισμού στον τομέα των υδρογονανθράκων.
Πότε ξεκινούν οι έρευνες
Οι σεισμικές έρευνες προγραμματίζεται να ξεκινήσουν προς το τέλος του έτους, ενώ δεν αποκλείεται να συνδυαστούν με πρόσθετες έρευνες σε γειτονικές περιοχές. Εφόσον προκύψουν ελπιδοφόροι στόχοι, θα ακολουθήσουν ερευνητικές γεωτρήσεις για την επιβεβαίωση της ύπαρξης και του μεγέθους πιθανών κοιτασμάτων πριν από οποιαδήποτε εμπορική εκμετάλλευση. Ήδη σε στάδιο ερευνητικής γεώτρησης βρίσκεται το «οικόπεδο 2» στο Ιόνιο, όπου δραστηριοποιείται η κοινοπραξία ExxonMobil – Energean – HELLENiQ ENERGY, με το γεωτρύπανο να αναμένεται στις αρχές του 2027. Παράλληλα, η ExxonMobil και η HELLENiQ ENERGY διαθέτουν δικαιώματα έρευνας και σε δύο ακόμη μεγάλες θαλάσσιες περιοχές δυτικά και νοτιοδυτικά της Κρήτης.
Κυβερνητικές πηγές επισημαίνουν ότι η έρευνα και ενδεχόμενη παραγωγή υδρογονανθράκων μπορεί να αποφέρει σημαντικά γεωπολιτικά και οικονομικά οφέλη, καθώς — ανάλογα με το μέγεθος και την απόδοση των κοιτασμάτων — περίπου το 40% της αξίας επιστρέφει στο Δημόσιο μέσω φόρων και δικαιωμάτων, ενώ ενισχύεται και το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας.
Καθοριστικό ρόλο στην επενδυτική ελκυστικότητα των ελληνικών projects υδρογονανθράκων διαδραματίζει και ο Κάθετος Διάδρομος φυσικού αερίου. Το σύστημα αυτό, που περιλαμβάνει πλωτές μονάδες υποδοχής και επαναεριοποίησης LNG (FSRU) και διασυνδετήριους αγωγούς προς τη νοτιοανατολική Ευρώπη, προβάλλεται ως βασικός άξονας τόσο για την υποκατάσταση ρωσικών ποσοτήτων όσο και — σε περίπτωση ανακαλύψεων — για την εξαγωγή ελληνικού αερίου προς τις διεθνείς αγορές.
Το επόμενο διάστημα αναμένονται κρίσιμες διαβουλεύσεις σε διεθνές επίπεδο για την περαιτέρω ενεργοποίηση του διαδρόμου και τη μείωση του κόστους μεταφοράς μέσω του ελληνικού συστήματος, με στόχο τη διοχέτευση μεγαλύτερων ποσοτήτων φυσικού αερίου προς τις αγορές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Σε συνδυασμό με τις νέες παραχωρήσεις, οι εξελίξεις αυτές διαμορφώνουν ένα νέο ενεργειακό τοπίο για τη χώρα και την ευρύτερη περιοχή.