Τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έδωσαν την τελική έγκριση στο σχέδιο απαγόρευσης των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου μέχρι το τέλος του 2027 επιτρέποντας έτσι την ψήφισή του σε νόμο.
Το μέτρο καθιστά νομικά δεσμευτική την υπόσχεση της Ένωσης να διακόψει τις σχέσεις της με τον πρώην προνομιακό προμηθευτή της φυσικού αερίου, σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Οι υπουργοί Ευρωπαϊκών Υποθέσεων ενέκριναν το μέτρο σε συνάντηση στις Βρυξέλλες σήμερα. Η Σλοβακία και η Ουγγαρία ψήφισαν κατά. Η Ουγγαρία ανέφερε επίσης πως θα προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
Το μέτρο απαιτούσε έγκριση από ενισχυμένη πλειοψηφία των χωρών ώστε να ξεπεραστεί η αντίθεση της Ουγγαρίας και της Σλοβακίας, οι οποίες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένες από τις ρωσικές εισαγωγές ενέργειας και επιθυμούν να διατηρήσουν στενές σχέσεις με τη Μόσχα.
Βάσει της συμφωνίας, η ΕΕ θα διακόψει πλήρως τις εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από τη Ρωσία έως το τέλος του 2026 και τις εισαγωγές αερίου μέσω αγωγών έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2027.
Ο νόμος επιτρέπει την παράταση της προθεσμίας έως την 1η Νοεμβρίου 2027 αν μια χώρα δυσκολεύεται να πληρώσει τις αποθήκες φυσικού αερίου με προμήθειες εκτός Ρωσίας πριν από τη χειμερινή περίοδο.
Η απαγόρευση θα αρχίσει να ισχύει έξι εβδομάδες μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού. Για τις υφιστάμενες συμβάσεις θα ισχύει μεταβατική περίοδος. Σύμφωνα με το σχέδιο, η σταδιακή αυτή προσέγγιση θα περιορίσει τον αντίκτυπο στις τιμές και τις αγορές.
Όπως αναφέρεται στη σχετική ανακοίνωση, η μη συμμόρφωση με τους νέους κανόνες μπορεί να οδηγήσει σε κυρώσεις τουλάχιστον 2,5 εκατομμυρίων ευρώ για τα φυσικά πρόσωπα και τουλάχιστον 40 εκατομμυρίων ευρώ για τις εταιρείες.
Σημειώνεται ότι σε περίπτωση κήρυξης κατάστασης έκτακτης ανάγκης και εάν η ασφάλεια του εφοδιασμού απειλείται σοβαρά σε μία ή περισσότερες χώρες της ΕΕ, η Κομισιόν μπορεί να αναστείλει την απαγόρευση εισαγωγών για διάστημα έως και τεσσάρων εβδομάδων.
Η Ρωσία παρείχε περισσότερο από το 40% του φυσικού αερίου της ΕΕ πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Το ποσοστό αυτό μειώθηκε σε περίπου 13% το 2025, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΕ.