Λιγνιτικές μονάδες παραμένουν σε λειτουργία για λόγους επάρκειας. Τμήματα ηλεκτροκίνησης σε κολοσσούς όπως η Ford καταγράφουν ζημιές δισεκατομμυρίων και αναστέλλουν τη λειτουργία τους. Επενδυτικά σχέδια σε αυτοκινητοβιομηχανίες και ΑΠΕ παγώνουν. Το αφήγημα της αδιαπραγμάτευτης, ταχείας πράσινης μετάβασης δεν καταρρέει, αλλά ήδη τρίζει.
Η «πράσινη μετάβαση» αποτέλεσε τα τελευταία χρόνια το κεντρικό αφήγημα της οικονομικής και ενεργειακής πολιτικής της Δύσης. Από την Ευρώπη έως τις ΗΠΑ, κυβερνήσεις, θεσμοί και επιχειρήσεις επένδυσαν πολιτικό και οικονομικό κεφάλαιο σε μια ταχεία απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.
Για χρόνια, η πράσινη μετάβαση παρουσιάστηκε ως μονόδρομος χωρίς κόστος και χωρίς πισωγυρίσματα. Η πολιτική βούληση, οι επιδοτήσεις και τα ESG κεφάλαια δημιούργησαν την αίσθηση μιας «παραδεισένιας», ακάθεκτης και παντοδύναμης βιομηχανίας. Σήμερα όμως, οι επιδοτήσεις περιορίζονται, οι αυτοκινητοβιομηχανίες καταγράφουν ζημιές και οι κυβερνήσεις επανεξετάζουν τις δεσμεύσεις τους σε ό,τι αφορά τις επιδοτήσεις ρύπων.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν θα συνεχιστεί η αποανθρακοποίηση, αλλά αν επιχειρήθηκε με ρυθμό που η αγορά και οι κοινωνίες δεν μπορούσαν να αντέξουν. Η ενεργειακή στροφή δεν ανατρέπεται, αλλά συγκρούεται με τα όρια της αγοράς, του κόστους και της τεχνολογικής ωρίμανσης.
Από την άλλη πλευρά, οι κοινωνίες, σχεδόν όλες οι κοινωνίες, αλλά και οι επιχειρήσεις, δεν έχουν δει – επ’ ουδενί – τα όποια οφέλη της πράσινης μετάβασης, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τις τιμές στην ενέργεια, που είναι και το σημαντικότερο και αυτό που καθορίσει – τελικά – τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα ενός συστήματος ή ενός ενεργειακού μοντέλου.
Η πράσινη έκρηξη και ο ρόλος των επιδοτήσεων
Η εντυπωσιακή ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών και των αιολικών πάρκων δεν προέκυψε αποκλειστικά από την «αγορά». Αντιθέτως, στηρίχθηκε σε γενναία κρατικά κίνητρα, όπως μπαράζ επιδοτήσεων, εγγυημένες τιμές (feed-in tariffs), φορολογικές απαλλαγές και ευρωπαϊκά ταμεία. Πακτωλός κεφαλαίων. «Τρελός» χορός επιδοτήσεων. Η ίδια λογική επεκτάθηκε και στην ηλεκτροκίνηση, με προγράμματα επιδότησης αγοράς ηλεκτρικών οχημάτων, φορολογικά μπόνους και αυστηρότερες ρυθμίσεις εκπομπών.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω της στρατηγικής του Green Deal, επιχείρησε να επιταχύνει δραστικά την ενεργειακή μετάβαση. Στις ΗΠΑ, η κυβέρνηση Μπάιντεν ενεργοποίησε το πακέτο κινήτρων του Inflation Reduction Act, ενισχύοντας την εγχώρια πράσινη βιομηχανία. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η «πράσινη οικονομία» συνδέθηκε και με την άνοδο των δεικτών ESG, που «κηδεμόνευσαν» επενδυτικές αποφάσεις και κεφαλαιακές ροές.
Όμως, αυτός ο (σχεδόν ασύδοτος και «τυφλός») χορός επιδοτήσεων δεν θα μπορούσε να είναι διαρκής. Η στήριξη μέσω κρατικών πόρων δημιούργησε μια ταχεία –αλλά εν μέρει τεχνητή– επιτάχυνση της ζήτησης και των επενδύσεων. Όταν το δημοσιονομικό περιθώριο στενεύει και οι αγορές αναζητούν αποδόσεις χωρίς κρατικό δίχτυ ασφαλείας, οι ισορροπίες αλλάζουν. Τώρα, φαίνεται πως είμαστε σε αυτή τη φάση.
Η κρίση της ηλεκτροκίνησης
Στον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας, ήδη υπάρχουν μεγάλες ανατροπές, όπου μετά από ζημιές δεκάδων δισεκατομμυρίων, κολοσσοί της παγκόσμιας αγοράς καταργούν γραμμές ηλεκτροκίνησης και επιστρέφουν στα εσωτερικής καύσης. Άλλωστε, η ζήτηση ουδέποτε έφτασε, ακόμα και με τις επιδοτήσεις, σε επίπεδα που να δικαιολογούσαν στο ελάχιστο τη… φρενίτιδα και τον παροξυσμό της υπερπροβολής αυτής της αγοράς. Το κόστος παραγωγής, οι ακριβές πρώτες ύλες για μπαταρίες, ο ανταγωνισμός από την Κίνα και οι ζημιές σε επιμέρους τμήματα ηλεκτροκίνησης εντείνουν τις πιέσεις. Η στρατηγική «μόνο ηλεκτρικά μετά το 2030» που υιοθέτησαν ορισμένες εταιρείες φαίνεται πλέον πως πάει στον κάλαθο των αχρήστων.
Πολιτικές αναθεωρήσεις και η περίπτωση της Ιταλίας
Στην Ευρώπη, η πολιτική συναίνεση γύρω από την ταχύτητα της πράσινης μετάβασης δοκιμάζεται. Η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία έχει ήδη δώσει έμφαση στην ενεργειακή ασφάλεια και στην προστασία της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας, επανεξετάζοντας πτυχές της ενεργειακής πολιτικής υπό το πρίσμα του κόστους για επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Το μήνυμα είναι σαφές: η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να αγνοεί την οικονομική βιωσιμότητα.
Και απ’ ότι φαίνεται, πράττει ορθότατα η ιταλίδα πρωθυπουργός, βάζοντας τα… γυαλιά σε δεκάδες πιο προβεβλημένους πολιτικούς ινστρούχτορες της Ευρώπης και της Ε.Ε., που σε καμιά περίπτωση δεν έχουν την τόλμη, την πυγμή και το πολιτικό σθένος να σκεφτούν έξω από το… κουτί και έξω από τα «παραγγέλματα» της τρέχουσας μόδας.
Αντίστοιχες συζητήσεις γίνονται και σε άλλες χώρες, όπου η κοινωνική κόπωση από το αυξημένο ενεργειακό κόστος και οι πιέσεις στον πρωτογενή και βιομηχανικό τομέα επαναφέρουν το ερώτημα της ισορροπίας μεταξύ φιλοδοξίας και ρεαλισμού.
Βιάστηκε η Δύση;
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Δύση επιχείρησε να επιταχύνει υπερβολικά τη μετάβαση, βασιζόμενη σε ένα πλέγμα επιδοτήσεων και ρυθμιστικών πιέσεων που δεν μπορούσε να διατηρηθεί επ’ αόριστον. Η ενεργειακή κρίση μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία ενίσχυσε την πολιτική βούληση για απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο, αλλά ταυτόχρονα αποκάλυψε τις αδυναμίες των ενεργειακών συστημάτων. Στην ουσία, φάνηκε η γύμνια όλου του συστήματος.
Πολυδιαφημισμένα πράσινα projects χωρίς πρόβλεψη αποθήκευσης, μεγάλα και πολυέξοδα έργα που πήγαν στο… βρόντο από πλευράς ουσιαστικής χρησιμότητας, περιορισμένες διασυνδέσεις και ανάγκη για εφεδρικές μονάδες βάσης.
Ο λιγνίτης
Μολονότι η επιστροφή σε παραδοσιακές και άκρως δαιμονοποιημένες μορφές ενέργειας, όπως ο λιγνίτης, δεν αποτελεί επίσημη στρατηγική επιλογή μακροπρόθεσμα, ωστόσο σε περιόδους κρίσης αρκετές χώρες ενεργοποίησαν εκ νέου λιγνιτικές ή ανθρακικές μονάδες για λόγους ασφάλειας εφοδιασμού. Αυτό δείχνει ότι η μετάβαση δεν είναι γραμμική διαδικασία. Αντιθέτως, είναι πολιτική, οικονομική και τεχνολογική άσκηση ισορροπίας. Και κανένας δεν μπορεί να προεξοφλήσει ποια θα είναι η κατάσταση σε τρία, πέντε ή δέκα χρόνια, αν η «αγορά» της πράσινης μετάβασης δεν εξελιχθεί όπως αναμένεται και δεν δικαιώσει τις προοπτικές βιωσιμότητάς της.
Μια νέα φάση ρεαλισμού
Πιθανότατα, δεν πρόκειται για «κατάρρευση» της πράσινης ατζέντας, αλλά για μετάβαση σε μια δεύτερη φάση. Λιγότερη ιδεολογική φόρτιση, περισσότερη έμφαση στην αποδοτικότητα κεφαλαίων, στην ανταγωνιστικότητα και στην τεχνολογική ωρίμανση. Οι (πράσινες) επενδύσεις που θα επιβιώσουν θα είναι εκείνες που μπορούν να σταθούν χωρίς υπερβολική κρατική στήριξη.
Η Δύση πιθανότατα βιάστηκε, αλλά και υποτίμησε τη δυσκολία της διαδρομής. Η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί χρόνο, κοινωνική συναίνεση, τεχνολογική πρόοδο και –πάνω απ’ όλα– βιώσιμα οικονομικά μοντέλα. Εάν αυτά δεν διασφαλιστούν, η επιστροφή σε πιο παραδοσιακές λύσεις, έστω και προσωρινά, είναι αναπόφευκτη. Είτε αρέσει, είτε δεν αρέσει αυτό.