Να τρέξει σε έναν μαραθώνιο με ταχύτητες λαγού καλείται η χώρα μας, εφόσον θέλει να κερδίσει το στοίχημα της ταχείας ανάπτυξης της αποθήκευσης ενέργειας.
Σύμφωνα με τα δεδομένα που ισχύουν σήμερα, η εγκατεστημένη ισχύς συστημάτων αποθήκευσης θα προσεγγίσει το 1 GW έως το τέλος του 2026 ενώ περίπου σε ένα δωδεκάμηνο, δηλαδή μέσα στο 2027, η χώρα θα διαθέτει περίπου 1,5 GW αποθηκευτικής ισχύος και 3 GW έως το 2028, με τις επενδύσεις να ξεπερνούν τα 2 δις.
Εκτιμάται πως σήμερα στο σύστημα μεταφοράς του ΑΔΜΗΕ έχουν ήδη ηλεκτριστεί περίπου 530 MW έργων αποθήκευσης ενώ στο δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ λειτουργούν επιπλέον σχεδόν 100 MW.
Η γραφειοκρατία απειλεί να… ξεφορτίσει τις μπαταρίες
Οι ειδικοί της ενέργειας, οι ευρωπαϊκές αγορές και οι θεσμοί εδώ και χρόνια προειδοποιούν ότι η μαζική διείσδυση των ΑΠΕ χωρίς παράλληλη ανάπτυξη αποθήκευσης δημιουργεί αναπόφευκτες στρεβλώσεις. Οι μπαταρίες μεγάλης κλίμακας και τα έργα αντλησιοταμίευσης δεν είναι «συμπληρωματικά έργα», αποτελούν βασική προϋπόθεση για να λειτουργήσει ομαλά η ενεργειακή μετάβαση.
Η αποθήκευση επιτρέπει την αξιοποίηση της πλεονάζουσας παραγωγής τις ώρες χαμηλής ζήτησης και τη διοχέτευσή της στο σύστημα όταν οι ΑΠΕ δεν επαρκούν. Χωρίς αυτήν, η μετάβαση σε καθαρή ενέργεια παραμένει τεχνικά ημιτελής και οικονομικά ακριβή.
Στην Ελλάδα, παρά το εντυπωσιακό ρεκόρ νέων εγκαταστάσεων φωτοβολταϊκών και αιολικών, η αποθήκευση δεν έχει προχωρήσει με αντίστοιχη ταχύτητα. Έχουν κατατεθεί αιτήσεις πολλών GW για standalone έργα αποθήκευσης (δηλαδή μπαταρίες που λειτουργούν ανεξάρτητα, όχι συνδεδεμένα πίσω από κάποιον μετρητή κατανάλωσης) προς τον ΑΔΜΗΕ και τον ΔΕΔΔΗΕ για την έκδοση όρων σύνδεσης, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία σε βαθμό που να επιτρέπει την ταχεία υλοποίησή τους.
Παράλληλα, τα έργα ισχύος περίπου 1 GW που προέκυψαν από τους σχετικούς διαγωνισμούς και χρηματοδοτούνται μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί, καθώς δίνονται επαναλαμβανόμενες παρατάσεις, ενώ εκκρεμεί και η πλήρης οριστικοποίηση του κανονιστικού πλαισίου συμμετοχής τους στην αγορά ενέργειας.
Το αποτέλεσμα είναι μία συσσώρευση ώριμων επενδυτικών σχεδίων που παραμένουν σε αναμονή -είτε λόγω αδειοδοτικών εκκρεμοτήτων είτε λόγω καθυστερήσεων στη σύνδεση και στην ενσωμάτωσή τους στο μοντέλο της αγοράς.
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας έχει ήδη ενταχθεί στον κεντρικό σχεδιασμό των αγορών ηλεκτρισμού, με αρκετά κράτη-μέλη να επιταχύνουν την ανάπτυξη μπαταριών μεγάλης κλίμακας και να δημιουργούν ειδικούς μηχανισμούς αποζημίωσης ευελιξίας. Η Ελλάδα, παρά την ταχεία ανάπτυξη ΑΠΕ, δεν εμφανίζει ακόμη αντίστοιχη δυναμική στην επιχειρησιακή ένταξη αποθηκευτικών μονάδων. Η υστέρηση αυτή δεν είναι απλώς συγκριτική -επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα της αγοράς και τη σταθερότητα των τιμών.
Το δίλημμα
Στο πλαίσιο αυτό, αναδεικνύεται το κεντρικό δίλημμα της ενεργειακής μετάβασης: Πόσο γρήγορα πρέπει να αναπτυχθεί η αποθήκευση και ποιο είναι το αποδεκτό κόστος για τους καταναλωτές.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι επέλεξε μια πιο προσεκτική στρατηγική, περιμένοντας τη μείωση του κόστους των μπαταριών πριν διαθέσει σημαντικούς δημόσιους πόρους. Από την άλλη πλευρά, παράγοντες της αγοράς επιμένουν ότι η ταχύτερη ανάπτυξη έργων αποθήκευσης θα μπορούσε να είχε περιορίσει νωρίτερα τις περικοπές πράσινης ενέργειας και τις μεγάλες διακυμάνσεις των τιμών με τη χώρα μας σε κάθε περίπτωση να τρέχει να καλύψει χαμένο έδαφος.