Η αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της ενεργειακής αγοράς, καθώς θεωρείται ο κρίσιμος κρίκος για τη μεγαλύτερη αξιοποίηση της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές και τη μείωση των αναγκαστικών περικοπών ενέργειας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας προχωρά στην εξειδίκευση των διαδικασιών για τα έργα αποθήκευσης που έχουν επιλεγεί μέσω των δύο διαγωνισμών του Ταμείου Ανάκαμψης, θέτοντας ως βασικό ορόσημο την 31η Ιουλίου.
Η πρόσφατη τροποποιητική απόφαση του ΥΠΕΝ αφορά τα έργα συνολικής ισχύος 520 MW και καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι επενδυτές για να συνεχιστεί η υλοποίησή τους. Μεταξύ άλλων προβλέπεται η υποβολή συγκεκριμένων δικαιολογητικών, η προσκόμιση έκθεσης ορκωτού λογιστή όπου απαιτείται, καθώς και οι σχετικές εγγυητικές επιστολές.
Παράλληλα, η απόφαση προβλέπει ότι το χρονοδιάγραμμα κατασκευής των έργων δεν μπορεί να υπερβαίνει την 31η Ιουλίου 2026. Μέχρι τότε οι κάτοχοι των σταθμών θα πρέπει είτε να έχουν υποβάλει δήλωση ετοιμότητας σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο είτε αίτημα ενεργοποίησης προς τον αρμόδιο Διαχειριστή. Η προθεσμία παραμένει σε ισχύ, εκτός εάν υπάρξει νεότερη απόφαση που θα μεταθέτει συνολικά τα χρονοδιαγράμματα των έργων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Η αγορά περιμένει επιτάχυνση
Η εξέλιξη έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η αγορά ζητά ταχύτερη ανάπτυξη των μονάδων αποθήκευσης, εκτιμώντας ότι χωρίς αυτές θα συνεχιστούν τα αυξημένα επίπεδα περικοπών παραγωγής από έργα ΑΠΕ, ιδιαίτερα κατά τις ώρες υψηλής παραγωγής και χαμηλής ζήτησης.
Παρά τις σημαντικές επενδυτικές εξαγγελίες, η εικόνα της Ελλάδας εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά άλλων ευρωπαϊκών χωρών ως προς τις εγκατεστημένες μπαταρίες. Σύμφωνα με στοιχεία της αγοράς, έως την 1η Απριλίου είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα μόλις 34 MWh συστημάτων αποθήκευσης. Την ίδια στιγμή, η Βουλγαρία έχει ήδη ξεπεράσει τις 2.500 MWh, η Ρουμανία τις 3.500 MWh, ενώ η Ιταλία διαθέτει εγκατεστημένη ισχύ που υπερβαίνει τις 17.000 MWh.
Η εξήγηση του ΥΠΕΝ για τις καθυστερήσεις
Απαντώντας στην κριτική που έχει ασκηθεί για τους ρυθμούς ανάπτυξης της αποθήκευσης, ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος έχει υποστηρίξει ότι η επιλογή της κυβέρνησης ήταν να μην επιδοτήσει πρόωρα μια τεχνολογία της οποίας το κόστος μειωνόταν με ταχείς ρυθμούς.
Όπως έχει επισημάνει, οι τιμές των συστημάτων μπαταριών έχουν υποχωρήσει κατά περίπου 32% σε σχέση με το 2021, γεγονός που, σύμφωνα με την κυβερνητική προσέγγιση, δικαιώνει την επιλογή να μην προχωρήσει η χώρα σε επιδοτήσεις όταν το επενδυτικό κόστος ήταν αισθητά υψηλότερο.
Γιατί οι επενδυτές στρέφονται στις μπαταρίες
Παρά τη σημερινή υστέρηση στις εγκαταστάσεις, η ελληνική αγορά συγκαταλέγεται πλέον στις πιο ελκυστικές της Ευρώπης για νέες επενδύσεις στην αποθήκευση ενέργειας.
Η βασική αιτία είναι οι μεγάλες διακυμάνσεις που εμφανίζονται στις τιμές της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Οι έντονες διαφορές μεταξύ των χαμηλών και των υψηλών τιμών μέσα στην ίδια ημέρα δημιουργούν σημαντικά περιθώρια αξιοποίησης των συστημάτων αποθήκευσης, τα οποία μπορούν να φορτίζουν όταν οι τιμές είναι χαμηλές και να διοχετεύουν την ενέργεια στο δίκτυο όταν η αξία της ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνεται.
Σύμφωνα με πρόσφατες ευρωπαϊκές αναλύσεις, η Ελλάδα κατατάσσεται στις πλέον αποδοτικές αγορές για επενδύσεις σε μπαταρίες, καθώς η δυνητική αξία ανά εγκατεστημένο μεγαβάτ συγκαταλέγεται στις υψηλότερες στην Ευρώπη, γεγονός που ενισχύει το ενδιαφέρον τόσο εγχώριων όσο και διεθνών επενδυτικών σχημάτων.
Ωστόσο, στελέχη της αγοράς επισημαίνουν ότι οι σημερινές υψηλές αποδόσεις δεν θα διατηρηθούν επ' αόριστον. Όσο αυξάνεται η διείσδυση των μονάδων αποθήκευσης στο σύστημα, ο ανταγωνισμός θα εντείνεται και τα περιθώρια κερδοφορίας αναμένεται σταδιακά να περιοριστούν, ακολουθώντας τη διαδρομή που παρατηρήθηκε τα προηγούμενα χρόνια σε άλλες ενεργειακές τεχνολογίες.
Με τα έργα των πρώτων διαγωνισμών να εισέρχονται πλέον στην πιο κρίσιμη φάση υλοποίησης και τις προθεσμίες να στενεύουν, το επόμενο δωδεκάμηνο θεωρείται καθοριστικό για το κατά πόσο η Ελλάδα θα μπορέσει να καλύψει το χαμένο έδαφος και να αποκτήσει την αποθηκευτική υποδομή που απαιτεί η ταχεία ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.