Έπειτα από σχεδόν δύο χρόνια αβεβαιότητας που οδήγησαν σε απότομη επιβράδυνση της αγοράς αυτοκατανάλωσης, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας ετοιμάζεται να θέσει – ακόμη και εντός της ημέρας – σε δημόσια διαβούλευση την πολυαναμενόμενη υπουργική απόφαση για το net billing.
Ουσιαστικά, το νέο κανονιστικό πλαίσιο φιλοδοξεί να δώσει τέλος στις εκκρεμότητες που έχουν «παγώσει» τις νέες εγκαταστάσεις φωτοβολταϊκών αυτοκατανάλωσης, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις από επιχειρήσεις του κλάδου, προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας και ίδιους τους αυτοκαταναλωτές.
Ξεκαθαρίζουν οι κανόνες της αγοράς
Η αγορά, που ήδη έχει επανειλημμένα κρούσει το "καμπανάκι", αναμένει ότι η υπουργική απόφαση θα αποσαφηνίσει επιτέλους το πλαίσιο λειτουργίας του net billing, αντιμετωπίζοντας τις ασάφειες που έχουν οδηγήσει σε σημαντικές καθυστερήσεις τόσο στην υπογραφή συμβάσεων όσο και στην αποζημίωση της πλεονάζουσας ενέργειας.
Κεντρικό ζητούμενο αποτελεί ο σαφής καθορισμός των συμβατικών σχέσεων και των αρμοδιοτήτων μεταξύ του ΔΑΠΕΕΠ, των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας, των Φορέων Σωρευτικής Εκπροσώπησης (ΦοΣΕ) και των υπόλοιπων εμπλεκόμενων μερών, ώστε να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία του νέου μοντέλου.
Σταθερή αποζημίωση για τα οικιακά φωτοβολταϊκά
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στις προβλέψεις που αφορούν τους οικιακούς αυτοκαταναλωτές. Σύμφωνα, μάλιστα, με πληροφορίες, η περίσσεια ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από μικρά οικιακά φωτοβολταϊκά αναμένεται να αποζημιώνεται με σταθερή τιμή.
Με τον τρόπο αυτό τα νοικοκυριά δεν θα υποχρεώνονται να συμμετέχουν στις πολύπλοκες διαδικασίες της χονδρεμπορικής αγοράς για μικρές ποσότητες ενέργειας, γεγονός που εκτιμάται ότι θα μειώσει σημαντικά τη γραφειοκρατία και θα καταστήσει το σχήμα πιο ελκυστικό.
Ανάλογη πρόβλεψη εξετάζεται και για δήμους, εκπαιδευτικά ιδρύματα και μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, με την αξία της πλεονάζουσας παραγωγής να αποτυπώνεται ως πίστωση στον εκκαθαριστικό λογαριασμό ηλεκτρικής ενέργειας.
Στο επίκεντρο και το energy sharing
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα που καλείται να επιλύσει η υπουργική απόφαση αφορά τον διαμοιρασμό ενέργειας (energy sharing).
Οι φορείς της αγοράς ζητούν να δοθεί η δυνατότητα ένας αυτοκαταναλωτής που δεν αξιοποιεί το σύνολο της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας να μπορεί να τη συμψηφίζει με άλλον καταναλωτή εντός συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής, διευρύνοντας έτσι τις δυνατότητες αξιοποίησης της παραγωγής.
Κανόνες και για φωτοβολταϊκά μπαλκονιού και οικιακές μπαταρίες
Το νέο πλαίσιο αναμένεται επίσης να αποσαφηνίσει τις διαδικασίες που αφορούν τα φωτοβολταϊκά μπαλκονιού και τις αυτόνομες οικιακές μπαταρίες.
Οι επιχειρήσεις του κλάδου επισημαίνουν ότι οι τεχνικές προδιαγραφές και οι απαιτήσεις αδειοδότησης δεν θα πρέπει να οδηγήσουν σε υπερβολική γραφειοκρατία ή σε πρόσθετο κόστος που θα καθιστά οικονομικά ασύμφορες τις συγκεκριμένες μικρές εφαρμογές.
Τα στοιχεία
Η ανάγκη για άμεση ενεργοποίηση του νέου πλαισίου αποτυπώνεται και στα στοιχεία της αγοράς. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Εταιρειών Φωτοβολταϊκών, έως τον Μάιο του 2026 είχαν τεθεί σε λειτουργία μόλις 26 MW νέων έργων αυτοκατανάλωσης, από τα οποία μόνο τα 14 MW αφορούσαν εγκαταστάσεις στο καθεστώς του net billing.
Η εικόνα απέχει αισθητά από τις επιδόσεις των προηγούμενων ετών, καθώς το 2025 είχαν εγκατασταθεί 265 MW και το 2024 συνολικά 373 MW, γεγονός που επιβεβαιώνει τη δραματική επιβράδυνση της αγοράς μετά τη μετάβαση στο νέο μοντέλο.
Ανάλογα συμπεράσματα προκύπτουν και από πρόσφατη ανάλυση του Green Tank, η οποία συνδέει τη σημαντική κάμψη της αυτοπαραγωγής με τη μετάβαση από το net metering στο net billing τον Οκτώβριο του 2024.
Σύμφωνα με την έκθεση, έως τον Απρίλιο του 2026 η συνολική εγκατεστημένη ισχύς έργων αυτοπαραγωγής διαμορφώθηκε στα 1.155,5 MW, αυξημένη κατά μόλις 82,9 MW ή περίπου 7,7% σε σχέση με τον Σεπτέμβριο του 2025. Την ίδια στιγμή, οι νέες αιτήσεις περιορίστηκαν στις 5.776 καθ' όλη τη διάρκεια του 2025 και σε μόλις 1.033 το πρώτο τετράμηνο του 2026.
Η εικόνα αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την περίοδο εφαρμογής του net metering, όταν μεταξύ 2022 και 2023 οι αιτήσεις υπερδιπλασιάστηκαν – από 15.402 σε 36.751 – ενώ η ηλεκτρισμένη ισχύς αυξήθηκε από 284 MW σε 539 MW, αναδεικνύοντας τη δυναμική που είχε αποκτήσει τότε η αγορά της αυτοκατανάλωσης.