Ανταπόκριση Κρήτη,
Μία ακόμη τοπική κοινωνία της Κρήτης εκφράζει την αντίθεσή της σε μεγάλης κλίμακας ενεργειακές παρεμβάσεις, αναδεικνύοντας ότι το ζήτημα της χωροθέτησης ενεργειακών έργων εξελίσσεται σε ένα από τα σημαντικότερα πεδία αντιπαράθεσης στο νησί.
Αυτή τη φορά, το Τοπικό Συμβούλιο Ελούντας τάχθηκε κατά της εγκατάστασης βιομηχανικής κλίμακας αιολικών πάρκων στην περιοχή του, συντασσόμενο με την ομόφωνη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Αγίου Νικολάου που έχει ήδη εκφράσει αρνητική θέση απέναντι στον σχεδιασμό εγκατάστασης μεγάλων μονάδων ΑΠΕ στην ευρύτερη περιοχή του Μεραμπέλλου.
Στην απόφασή της, η τοπική κοινότητα υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη μορφή ανάπτυξης δεν είναι συμβατή με τον χαρακτήρα της περιοχής, επικαλούμενη την ανάγκη προστασίας του φυσικού τοπίου, της πολιτιστικής κληρονομιάς και της τουριστικής ταυτότητας της Ελούντας. Παράλληλα, υπενθυμίζεται ότι στο παρελθόν οι αντιδράσεις τοπικών φορέων είχαν οδηγήσει στην αποτροπή σχεδίων για παράκτια αιολικά πάρκα στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή της Ελούντας και της Πλάκας.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται να προστεθεί σε ένα ευρύτερο κύμα αντιδράσεων που καταγράφεται στην Κρήτη απέναντι σε μεγάλα ενεργειακά έργα, με τελευταία τη σχεδιαζόμενη γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας Χανιά – Δαμάστα, που προβλέπει την εγκατάσταση 267 πυλώνων υψηλής τάσης κατά μήκος περίπου 100 χιλιομέτρων.
Όπως αναδείχθηκε και από τη μελέτη του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου που εκπονήθηκε για λογαριασμό της Περιφερειακής Ένωσης Δήμων Κρήτης, η προτεινόμενη όδευση διέρχεται από τρεις περιφερειακές ενότητες και επηρεάζει 38 οικισμούς, παραδοσιακούς οικισμούς, περιοχές Natura, προστατευόμενους οικοτόπους, αρχαιολογικούς χώρους και τμήματα του Γεωπάρκου UNESCO Ψηλορείτη.
Στον Αποκόρωνα, οι αντιδράσεις υπήρξαν ιδιαίτερα έντονες, καθώς κάτοικοι και φορείς υποστήριξαν ότι η διέλευση των πυλώνων αλλοιώνει το φυσικό και πολιτιστικό τοπίο μιας περιοχής που στηρίζει σημαντικό μέρος της οικονομικής της δραστηριότητας στον τουρισμό, τη γεωργία και την ποιότητα του περιβάλλοντος.
Το κοινό στοιχείο που αναδεικνύεται τόσο στην περίπτωση της Ελούντας όσο και σε εκείνη του Αποκόρωνα είναι ότι οι τοπικές κοινωνίες δεν απορρίπτουν συνολικά την ενεργειακή μετάβαση ή τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Αντιθέτως, ζητούν διαφορετικό σχεδιασμό, χωροθέτηση και κλίμακα ανάπτυξης, θεωρώντας ότι σε ορισμένες περιπτώσεις τα έργα συγκρούονται με το φυσικό τοπίο, την πολιτιστική κληρονομιά και το τουριστικό προϊόν των περιοχών.
Την ίδια στιγμή, η συζήτηση αποκτά ευρύτερη σημασία καθώς η Κρήτη εισέρχεται σε μια νέα ενεργειακή εποχή, με τη μεγάλη ηλεκτρική διασύνδεση Κρήτης – Αττικής να βρίσκεται ήδη σε πλήρη λειτουργία και νέες επενδύσεις σε δίκτυα, αποθήκευση ενέργειας και ανανεώσιμες πηγές να βρίσκονται σε εξέλιξη.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι εάν μπορεί να βρεθεί η ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη ενεργειακής μετάβασης και στην προστασία του τοπίου και της ταυτότητας των περιοχών που καλούνται να φιλοξενήσουν τις νέες υποδομές.