Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον μήνυμα για το μέλλον των ενεργειακών επενδύσεων στην Ελλάδα και την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων στέλνει ο επικεφαλής ενός από τους μεγαλύτερους κατασκευαστές ενεργειακού εξοπλισμού στον κόσμο. Ο Christian Bruch, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Siemens Energy, εκτιμά ότι η αντικατάσταση των παλαιών λιγνιτικών και ανθρακικών μονάδων, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη διείσδυση των ΑΠΕ, δημιουργεί σημαντικές επιχειρηματικές ευκαιρίες για νέες μονάδες φυσικού αερίου υψηλής απόδοσης.
Η τοποθέτησή του αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δύσκολη εξίσωση: την ανάγκη περιορισμού των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, τη διασφάλιση επάρκειας ηλεκτρικής ενέργειας και την προστασία των οικονομιών από τις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών καυσίμων.
Στη συνέντευξή του στο «Βήμα της Κυριακής», ο επικεφαλής της γερμανικής εταιρείας υποστηρίζει ότι οι σύγχρονες μονάδες φυσικού αερίου αποτελούν απαραίτητο συμπλήρωμα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, καθώς μπορούν να προσφέρουν την ευελιξία και την αξιοπιστία που απαιτεί ένα ηλεκτρικό σύστημα με αυξανόμενη συμμετοχή αιολικής και ηλιακής παραγωγής.
Η Κομοτηνή ως πρότυπο για την ενεργειακή μετάβαση
Στο επίκεντρο των αναφορών του βρίσκεται η νέα μονάδα συνδυασμένου κύκλου της Θερμοηλεκτρικής Κομοτηνής, ισχύος σχεδόν 900 MW, την οποία κατασκεύασε η ΤΕΡΝΑ, θυγατρική του ομίλου ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ.
Πρόκειται για μία από τις ισχυρότερες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής του είδους της διεθνώς, η οποία αξιοποιεί την προηγμένη τεχνολογία αεριοστροβίλων HL-Class της Siemens Energy.
Ο Christian Bruch χαρακτηρίζει ιδιαίτερα διορατική την επιλογή των συντελεστών του έργου να επενδύσουν εγκαίρως σε μια τεχνολογία που, όταν πρωτοπαρουσιάστηκε στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, δεν είχε ακόμη πείσει το σύνολο της αγοράς για τις προοπτικές της.
Όπως εξηγεί, η Siemens Energy είχε επιλέξει συνειδητά να επενδύσει στην ηλεκτροπαραγωγή μεγάλης κλίμακας με φυσικό αέριο, εκτιμώντας ότι η σταδιακή απόσυρση των μονάδων άνθρακα και λιγνίτη θα δημιουργούσε ανάγκη για νέες, αποδοτικότερες και περισσότερο ευέλικτες υποδομές.
Η επένδυση στην Κομοτηνή επιβεβαίωσε, σύμφωνα με τον ίδιο, αυτή την εκτίμηση.
Η σημασία του έργου δεν περιορίζεται στην εγκατεστημένη ισχύ του. Η δυνατότητα μιας σύγχρονης μονάδας συνδυασμένου κύκλου να ανταποκρίνεται στις μεταβολές της ζήτησης και της παραγωγής από ΑΠΕ αποκτά ολοένα μεγαλύτερη αξία για την ευστάθεια του ηλεκτρικού συστήματος.
Για την ελληνική αγορά, στην οποία η παραγωγή από φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα καταλαμβάνει αυξανόμενο μερίδιο, το ζήτημα της ευέλικτης ηλεκτροπαραγωγής συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια εφοδιασμού και την ομαλή λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Νέες επενδυτικές ευκαιρίες στη Νοτιοανατολική Ευρώπη
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εκτίμηση του επικεφαλής της Siemens Energy για την εξέλιξη της αγοράς ηλεκτροπαραγωγής στα Βαλκάνια.
Ο Bruch θεωρεί ότι η Νοτιοανατολική Ευρώπη εξακολουθεί να προσφέρει σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης νέων μονάδων φυσικού αερίου, καθώς αρκετές χώρες βρίσκονται ακόμη στη διαδικασία αντικατάστασης του παλαιού θερμικού παραγωγικού δυναμικού τους.
Η απομάκρυνση από τον άνθρακα δεν σημαίνει, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, ότι οι ενεργειακές ανάγκες μπορούν να καλυφθούν αποκλειστικά από τις ανανεώσιμες πηγές.
Αντίθετα, η αύξηση της συμμετοχής των ΑΠΕ δημιουργεί παράλληλη ανάγκη για μονάδες που μπορούν να παράγουν ηλεκτρική ενέργεια όταν οι καιρικές συνθήκες δεν επιτρέπουν επαρκή παραγωγή από τον ήλιο και τον άνεμο.
Σε αυτό το περιβάλλον, το φυσικό αέριο αντιμετωπίζεται από τη Siemens Energy ως καύσιμο που μπορεί να στηρίξει τη μετάβαση σε ένα σύστημα χαμηλότερων εκπομπών, χωρίς να διακυβεύεται η αξιοπιστία του εφοδιασμού.
Η συγκεκριμένη εκτίμηση έχει ιδιαίτερη σημασία για τις βαλκανικές αγορές, αρκετές από τις οποίες εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με άνθρακα.
Παράλληλα, αναδεικνύει τη δυνητική θέση της Ελλάδας ως αγοράς που διαθέτει ήδη σύγχρονες μονάδες φυσικού αερίου, σημαντική ανάπτυξη ΑΠΕ και διασυνδέσεις με γειτονικά ηλεκτρικά συστήματα.
Η στρατηγική συνεργασία Siemens Energy – ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ
Η παρουσία του επικεφαλής της Siemens Energy στην Αθήνα δεν περιορίστηκε στη συμμετοχή του στο ετήσιο Executive Customer Conference της εταιρείας.
Στο περιθώριο της διοργάνωσης πραγματοποιήθηκε κατ' ιδίαν συνάντηση του Christian Bruch με τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, Γιώργο Περιστέρη.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο δημοσίευμα του «Βήματος», οι δύο πλευρές επιβεβαίωσαν την πρόθεσή τους να ενισχύσουν περαιτέρω τη στρατηγική συνεργασία τους σε μελλοντικά έργα ενεργειακής μετάβασης στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Η αναφορά αυτή αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον υπό το πρίσμα των εκτιμήσεων της Siemens Energy για την ανάπτυξη νέων μονάδων φυσικού αερίου στην περιοχή.
Η επιτυχημένη συνεργασία στην Κομοτηνή αποτελεί ήδη ένα σημαντικό προηγούμενο για τους δύο ομίλους.
Ο Christian Bruch επισημαίνει ότι η υλοποίηση μεγάλων ενεργειακών έργων αποτελεί μια πολυετή διαδικασία, η οποία απαιτεί σταθερές σχέσεις εμπιστοσύνης, τεχνογνωσία και στενή συνεργασία μεταξύ προμηθευτών εξοπλισμού και κατασκευαστικών εταιρειών.
Στο πλαίσιο αυτό, αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη συνεργασία με την ΤΕΡΝΑ, αναγνωρίζοντας την αξία μιας μακροχρόνιας εταιρικής σχέσης.
Πάντως, η επιβεβαίωση της πρόθεσης για περαιτέρω συνεργασία δεν συνοδεύεται στη συνέντευξη από ανακοινώσεις συγκεκριμένων νέων έργων ή επενδυτικών δεσμεύσεων.
Φυσικό αέριο και LNG με ορίζοντα δεκαετιών
Ένα από τα σημαντικότερα μηνύματα της συνέντευξης αφορά τις μακροπρόθεσμες προοπτικές του φυσικού αερίου.
Παρά την αναστάτωση που προκαλούν στις διεθνείς ενεργειακές αγορές οι γεωπολιτικές κρίσεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, ο επικεφαλής της Siemens Energy δεν θεωρεί ότι αυτές μεταβάλλουν τον θεμελιώδη ρόλο του καυσίμου.
Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι οι επενδυτικές αποφάσεις στον κλάδο της ηλεκτροπαραγωγής πρέπει να αξιολογούνται με ορίζοντα πολλών ετών, συχνά δεκαετιών, και όχι αποκλειστικά με βάση τις βραχυπρόθεσμες μεταβολές των τιμών.
Οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες μπορούν να οδηγήσουν χώρες και επιχειρήσεις στην αναζήτηση εναλλακτικών πηγών προμήθειας, χωρίς αυτό να συνεπάγεται εγκατάλειψη του φυσικού αερίου.
Η Siemens Energy προβλέπει μακροχρόνιο ρόλο τόσο για το αέριο που μεταφέρεται μέσω αγωγών όσο και για το υγροποιημένο φυσικό αέριο, το LNG.
Η τοποθέτηση αυτή έχει ιδιαίτερο ελληνικό ενδιαφέρον, δεδομένης της ανάπτυξης των υποδομών εισαγωγής LNG και της προσπάθειας ανάδειξης της χώρας σε κόμβο τροφοδοσίας των αγορών της Νοτιοανατολικής και Ανατολικής Ευρώπης.
Υπό αυτό το πρίσμα, η επέκταση των υποδομών φυσικού αερίου και η ανάπτυξη νέων ηλεκτροπαραγωγικών μονάδων αποτελούν δύο διαφορετικές, αλλά αλληλοσυνδεόμενες πλευρές της ενεργειακής μετάβασης.
Ο Bruch δεν περιορίζει πάντως το μελλοντικό ενεργειακό μείγμα στα ορυκτά καύσιμα. Αντιθέτως, περιλαμβάνει στον σχεδιασμό και ανανεώσιμα καύσιμα, όπως το υδρογόνο και το βιοαέριο, τα οποία εκτιμά ότι θα συνυπάρχουν με το φυσικό αέριο στο ενεργειακό σύστημα των επόμενων δεκαετιών.
Έως 60% χαμηλότερες εκπομπές CO₂ σε σχέση με τον άνθρακα
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο επικεφαλής της Siemens Energy και στο περιβαλλοντικό αποτύπωμα της αντικατάστασης των παλαιών ανθρακικών μονάδων.
Σύμφωνα με την εκτίμηση που παρουσιάζει, η αντικατάσταση μονάδων άνθρακα από σύγχρονες μονάδες συνδυασμένου κύκλου φυσικού αερίου μπορεί να περιορίσει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα έως και κατά 60%.
Πρόκειται για μια προσέγγιση που στηρίζει τον μεταβατικό ρόλο του φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή ηλεκτροπαραγωγή.
Η μείωση αυτή αφορά τη σύγκριση με την παραγωγή από άνθρακα και δεν σημαίνει ότι οι μονάδες φυσικού αερίου είναι μηδενικών εκπομπών.
Η διάκριση είναι ουσιαστική, καθώς η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική επιδιώκει τη μακροπρόθεσμη απανθρακοποίηση, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να αντιμετωπίσει τις άμεσες ανάγκες επάρκειας και ασφάλειας του ηλεκτρικού συστήματος.
Ο Bruch αναγνωρίζει επίσης ότι οι ευρωπαϊκές χώρες ακολουθούν διαφορετικές διαδρομές για την ενεργειακή τους μετάβαση.
Ορισμένες επενδύουν σε ευέλικτες μονάδες φυσικού αερίου, άλλες στηρίζονται περισσότερο στην πυρηνική ενέργεια, ενώ αυξάνεται το ενδιαφέρον και για νέες τεχνολογίες, όπως οι μικροί αρθρωτοί πυρηνικοί αντιδραστήρες.
Κοινός παρονομαστής είναι η ανάγκη εξασφάλισης επαρκούς και αξιόπιστης ηλεκτροπαραγωγής.
Τεχνητή Νοημοσύνη και data centers αλλάζουν την εξίσωση
Στη συνέντευξή του, ο επικεφαλής της Siemens Energy αναδεικνύει και έναν ακόμη παράγοντα που μεταβάλλει τις προοπτικές της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας: τη νέα αύξηση της ζήτησης.
Ο εξηλεκτρισμός των μεταφορών, της θέρμανσης και της βιομηχανίας δημιουργεί πρόσθετες ανάγκες παραγωγής, την ώρα που η ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης και των κέντρων δεδομένων προσθέτει ένα νέο, ιδιαίτερα απαιτητικό φορτίο στα ηλεκτρικά συστήματα.
Η εξέλιξη αυτή αλλάζει σταδιακά τα δεδομένα πάνω στα οποία στηρίχθηκε ο ευρωπαϊκός ενεργειακός σχεδιασμός των προηγούμενων ετών.
Δεν αρκεί πλέον η αντικατάσταση των παλαιών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής με καθαρότερες τεχνολογίες. Απαιτείται ταυτόχρονα η δημιουργία πρόσθετης παραγωγικής δυναμικότητας, ικανής να εξυπηρετήσει τις νέες καταναλώσεις.
Σύμφωνα με τον Christian Bruch , η ενεργειακή ασφάλεια και η ευελιξία των ηλεκτρικών συστημάτων αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από ποτέ.
Η επισήμανση αυτή έχει άμεση σύνδεση με τη συζήτηση που διεξάγεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την ανάπτυξη δικτύων, την αποθήκευση ενέργειας, τη διαθεσιμότητα ευέλικτων μονάδων και την ανάγκη διατήρησης επαρκούς ισχύος σε περιόδους χαμηλής παραγωγής από ΑΠΕ.
Το μεγάλο πλεονέκτημα της Ευρώπης
Παρά τις προκλήσεις, ο επικεφαλής της Siemens Energy εμφανίζεται αισιόδοξος για τις δυνατότητες του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος.
Θεωρεί ότι η Ευρώπη διαθέτει το καλύτερο ηλεκτρικό δίκτυο στον κόσμο, γεγονός που της επιτρέπει να συνδυάζει διαφορετικές μορφές ηλεκτροπαραγωγής σε μια κλίμακα που δύσκολα συναντάται σε άλλες περιοχές.
Η δυνατότητα αυτή αποκτά στρατηγική σημασία όσο αυξάνεται η συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών και όσο περισσότερες χώρες επιδιώκουν να περιορίσουν την εξάρτησή τους από συγκεκριμένα καύσιμα ή προμηθευτές.
Ωστόσο, η ύπαρξη ισχυρών δικτύων δεν αναιρεί την ανάγκη για νέες επενδύσεις σε παραγωγή, ευελιξία και υποδομές.
Αντιθέτως, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μεγαλύτερη αξιοποίηση διαφορετικών τεχνολογιών, από τις ΑΠΕ και τις μονάδες φυσικού αερίου έως την πυρηνική ενέργεια και τα ανανεώσιμα καύσιμα.
Το μήνυμα για την Ελλάδα και την επόμενη ημέρα των επενδύσεων
Η συνέντευξη του Christian Bruch στο «Βήμα της Κυριακής» αποτυπώνει μια σαφή στρατηγική εκτίμηση από την πλευρά της Siemens Energy: η ενεργειακή μετάβαση δεν περιορίζεται στην εγκατάσταση περισσότερων ανανεώσιμων πηγών, αλλά απαιτεί έναν συνδυασμό τεχνολογιών που θα διασφαλίζουν την επάρκεια, την ευελιξία και την αξιοπιστία του ηλεκτρικού συστήματος.
Στην προσέγγιση αυτή, το φυσικό αέριο εξακολουθεί να κατέχει κεντρική θέση, ιδιαίτερα στις χώρες που αποσύρουν παλαιές μονάδες άνθρακα και λιγνίτη.
Για την Ελλάδα, η σημασία των δηλώσεων είναι διπλή.
Αφενός, η ανάδειξη της Κομοτηνής ως επιτυχημένου παραδείγματος σύγχρονης ηλεκτροπαραγωγής ενισχύει τη θέση της χώρας στον ενεργειακό χάρτη της περιοχής.
Αφετέρου, η πρόθεση ενίσχυσης της συνεργασίας Siemens Energy και ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, σε συνδυασμό με τις θετικές προβλέψεις για νέες μονάδες στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, αναδεικνύει τις δυνατότητες συμμετοχής ελληνικών επιχειρήσεων στον επόμενο επενδυτικό κύκλο των Βαλκανίων.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πλέον ποιες αγορές θα κινηθούν πρώτες, ποιες επενδύσεις θα εξασφαλίσουν τις απαραίτητες συνθήκες οικονομικής βιωσιμότητας και πώς θα συνδυαστούν οι νέες μονάδες με την ανάπτυξη των ΑΠΕ και των δικτύων.
Σε κάθε περίπτωση, το μήνυμα του επικεφαλής της Siemens Energy είναι ότι, παρά την επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης, οι επενδύσεις σε σύγχρονες υποδομές φυσικού αερίου δεν αποτελούν για τη βιομηχανία του ενεργειακού εξοπλισμού υπόθεση του παρελθόντος, αλλά σημαντικό μέρος του σχεδιασμού για τις επόμενες δεκαετίες.