Η βρετανική κυβέρνηση ενέκρινε τις γεωτρήσεις στο κοίτασμα φυσικού αερίου Jackdaw στη Βόρεια Θάλασσα, επαναφέροντας στο προσκήνιο μια έντονη αντιπαράθεση για την ενεργειακή πολιτική της χώρας και τη συμβατότητα της εξόρυξης ορυκτών καυσίμων με τους κλιματικούς στόχους.
Η υπουργός Ενέργειας, Μιάτα Φανμπουλέχ, έδωσε την έγκρισή της την Τετάρτη, ανοίγοντας τον δρόμο για την επανεκκίνηση ενός έργου που είχε ακυρωθεί από δικαστήριο της Σκωτίας εξαιτίας των επιπτώσεών του στο κλίμα. Όπως ανέφερε, το κοίτασμα θα μπορούσε να αρχίσει να τροφοδοτεί την αγορά με φυσικό αέριο έως το τέλος του μήνα.
Η απόφαση συνιστά σημαντική δοκιμασία για την κυβέρνηση του πρωθυπουργού Άντι Μπέρναμ, καθώς η Βόρεια Θάλασσα βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης για την ενεργειακή ασφάλεια και την επίτευξη μηδενικών καθαρών εκπομπών. Η έγκριση του Jackdaw αναμένεται να προκαλέσει αντιδράσεις στην αριστερή πτέρυγα του Εργατικού Κόμματος και στους Πράσινους, ενώ η απόρριψή του θα μπορούσε να εντείνει την κριτική από το Reform UK, τους Συντηρητικούς και τη βιομηχανία πετρελαίου, σύμφωνα με το Bloomberg.
Ο επικεφαλής του Πράσινου Κόμματος, Ζακ Πολάνσκι, χαρακτήρισε την απόφαση «βανδαλισμό εις βάρος του κλίματος», υποστηρίζοντας, σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ότι το Εργατικό Κόμμα έχει χάσει την αξιοπιστία του στον αγώνα κατά της κλιματικής αλλαγής.
Δυνατότητα παραγωγής 10 δισ. κυβικών μέτρων φυσικού αερίου
Σύμφωνα με την Αρχή Μετάβασης της Βόρειας Θάλασσας (North Sea Transition Authority), το Jackdaw εκτιμάται ότι μπορεί να παράγει περίπου 10 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου σε όλη τη διάρκεια λειτουργίας του. Η ποσότητα αντιστοιχεί περίπου στο 2% των εισαγωγών φυσικού αερίου που προβλέπεται να πραγματοποιήσει το Ηνωμένο Βασίλειο από το 2025 έως το 2050.
Η Φανμπουλέχ υποστήριξε ότι η ανάπτυξη του κοιτάσματος δεν θέτει σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων της χώρας για μηδενικές καθαρές εκπομπές. Από την πλευρά του, ο πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ υπερασπίστηκε μια «πραγματιστική» προσέγγιση απέναντι στην αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων της Βόρειας Θάλασσας.
Όπως δήλωσε, η κυβερνητική πολιτική αποσκοπεί στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας, στη στήριξη των Βρετανών εργαζομένων και στην αξιοποίηση των μελλοντικών εσόδων από τη Βόρεια Θάλασσα για την επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης, με παράλληλη προσπάθεια περιορισμού των λογαριασμών ενέργειας.
Ωστόσο, οι επικριτές του έργου αμφισβητούν ότι η έναρξη παραγωγής θα οδηγήσει σε ουσιαστική μείωση του ενεργειακού κόστους για τα νοικοκυριά. Όπως επισημαίνουν, οι τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές συνδέονται με τις τιμές του φυσικού αερίου στη χονδρεμπορική αγορά, οι οποίες διαμορφώνονται σε διεθνές επίπεδο και έχουν αυξηθεί σημαντικά φέτος.
Τα έσοδα από τη Βόρεια Θάλασσα για επενδύσεις στην καθαρή ενέργεια
Παράλληλα με την έγκριση του Jackdaw, ο υπουργός Οικονομικών, Τζον Χίλι, ανακοίνωσε την Τετάρτη τη δημιουργία νέου Ταμείου Ενεργειακού Πλούτου (Energy Wealth Fund), το οποίο θα ξεκινήσει με χρηματοδότηση 2 δισ. λιρών, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 2,7 δισ. δολάρια.
Το ταμείο θα αξιοποιεί φορολογικά έσοδα από την εξόρυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Βόρεια Θάλασσα, διοχετεύοντάς τα σε επενδύσεις σε έργα καθαρής ενέργειας. Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση επιδιώκει να συνδέσει την αξιοποίηση των υφιστάμενων κοιτασμάτων με τη χρηματοδότηση της ενεργειακής μετάβασης.
Οι σχεδιασμοί για το Jackdaw αναμένεται να ληφθούν υπόψη στον κρατικό προϋπολογισμό του Ηνωμένου Βασιλείου, τον οποίο ο Χίλι πρόκειται να παρουσιάσει την επόμενη εβδομάδα.
Το προηγούμενο με το Rosebank και η απαγόρευση νέων αδειών
Η έγκριση του Jackdaw επαναφέρει και το ζήτημα των δεσμεύσεων των Εργατικών για την εξερεύνηση νέων κοιτασμάτων. Στο προεκλογικό τους πρόγραμμα για τις εκλογές του 2024, είχαν δεσμευτεί ότι δεν θα εκδώσουν νέες άδειες για την εξερεύνηση νέων πεδίων πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Ωστόσο, τόσο το Jackdaw όσο και το Rosebank, ένα πολύ μεγαλύτερο κοίτασμα πετρελαίου στη Βόρεια Θάλασσα, είχαν λάβει προηγουμένως έγκριση από την τότε συντηρητική κυβέρνηση.
Στις αρχές του περασμένου έτους, δικαστήριο της Σκωτίας ακύρωσε τις σχετικές αποφάσεις, κρίνοντας ότι δεν είχαν αξιολογηθεί επαρκώς οι κλιματικές επιπτώσεις από την καύση των υδρογονανθράκων που θα εξορύσσονταν.
Η Φανμπουλέχ επανέλαβε ότι η κυβέρνηση παραμένει προσηλωμένη στη δέσμευση για μη έκδοση νέων αδειών εξερεύνησης. Παραμένει, ωστόσο, ανοιχτό το ζήτημα του Rosebank, καθώς δεν έχει ακόμη ανακοινωθεί πότε θα εκδοθεί η σχετική απόφαση ούτε ποια θα είναι η έκβασή της. Μιλώντας στο Sky News, η υπουργός δήλωσε ότι η κυβέρνηση θα αποφασίσει «το συντομότερο δυνατό».