Η ενέργεια βρίσκεται στον πυρήνα της επίσκεψης του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, η οποία κορυφώνεται σήμερα με την έκτη σύνοδο του Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας–ΗΠΑ. Η επίσημη ατζέντα περιλαμβάνει την ενέργεια μαζί με την άμυνα, την ασφάλεια, τη ναυτιλία, την τεχνολογία, το εμπόριο και τις επενδύσεις. Οι δηλώσεις των δύο υπουργών Εξωτερικών και οι εργασίες του Διαλόγου αναμένονται σήμερα· μέχρι στιγμής, όμως, δεν έχει ανακοινωθεί νέα ενεργειακή συμφωνία στο πλαίσιό του.
Η πιο χειροπιαστή εξέλιξη του τελευταίου 24ώρου ήρθε από το Βελιγράδι. Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία και Βόρεια Μακεδονία συμφώνησαν να ενισχύσουν τη συνεργασία τους για την επέκταση του Κάθετου Διαδρόμου προς τα Δυτικά Βαλκάνια. Η συμφωνία δίνει πολιτικό βάθος σε ένα σχέδιο που φιλοδοξεί να συνδέσει τερματικούς σταθμούς LNG, εθνικά δίκτυα και διασυνδέσεις, ώστε το αέριο που φθάνει στη χώρα μας να μπορεί να κινηθεί προς τον βορρά. Η προβλεπόμενη εξαγωγική δυναμικότητα από την Ελλάδα αναμένεται να φθάσει τα 9,5 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως έως το 2027.
Αυτό είναι το πρακτικό περιεχόμενο της αμερικανικής αναφοράς στον Κάθετο Διάδρομο: η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διευρύνει τις εξαγωγές αμερικανικού LNG και να περιορίσει την εξάρτηση της περιοχής από το ρωσικό αέριο. Ο ίδιος ο Ρούμπιο έχει αποδώσει στην πρέσβη Κίμπερλι Γκίλφοϊλ ρόλο στην προώθηση των αμερικανικών ενεργειακών συμφερόντων στην Ελλάδα και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, κατονομάζοντας τον Διάδρομο ως χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η Ελλάδα έχει ήδη μπει στο εμπορικό σκέλος αυτής της στρατηγικής. Η Atlantic–SEE LNG Trade, στην οποία συμμετέχουν η AKTOR και η ΔΕΠΑ Εμπορίας, έχει συνάψει 20ετή συμφωνία με την αμερικανική Venture Global, με τις παραδόσεις να προγραμματίζονται από το 2030. Η ετήσια συμβατική ποσότητα αυξήθηκε στο ένα εκατομμύριο τόνους LNG, περίπου 1,3 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου. Παράλληλα, η επέκταση των διασυνδέσεων προς Σερβία και Βόρεια Μακεδονία επιχειρεί να ανοίξει νέες αγορές για αυτές τις ποσότητες.
Εδώ βρίσκεται και το κρίσιμο τεστ. Η κατασκευή ή αναβάθμιση υποδομών δεν εγγυάται από μόνη της ότι το αέριο θα κινηθεί σε ανταγωνιστικές τιμές και με σταθερή ζήτηση. Χρειάζονται διαθέσιμη μεταφορική δυναμικότητα, επαρκείς διασυνδέσεις, εμπορικοί πελάτες και τιμές που να αντέχουν στον ανταγωνισμό άλλων πηγών. Η Σερβία, για παράδειγμα, εξακολουθεί να καλύπτει πάνω από το 80% των αναγκών της σε φυσικό αέριο από τη Ρωσία. Η συμμετοχή της στον σχεδιασμό του Διαδρόμου δημιουργεί εναλλακτική οδό· δεν σημαίνει ότι έχει ήδη αλλάξει η δομή του εφοδιασμού της.
Στην ατζέντα της Αθήνας βρίσκεται επίσης η προοπτική των ελληνικών υδρογονανθράκων. Το επόμενο εξάμηνο αναμένονται σεισμικές έρευνες της Chevron στις θαλάσσιες παραχωρήσεις της, ενώ για το θαλάσσιο block 2, βορειοδυτικά της Κέρκυρας, σχεδιάζεται ερευνητική γεώτρηση από το σχήμα Energean–ExxonMobil–HELLENiQ ENERGY. Η κινητικότητα ενισχύει το αμερικανικό ενδιαφέρον για την περιοχή, αλλά παραμένει ερευνητική: οι γεωλογικές εκτιμήσεις δεν αποτελούν αποδεδειγμένα αποθέματα ούτε εγγυώνται εμπορικά αξιοποιήσιμη ανακάλυψη.
Η ενεργειακή ατζέντα συναντά και την τεχνολογία. Το μνημόνιο της ΔΕΗ με την Amazon Web Services προβλέπει τη δημιουργία κέντρου δεδομένων 300 MW στη Δυτική Μακεδονία, με δυνατότητα διερεύνησης επέκτασης έως το 1 GW, εφόσον συναφθούν πρόσθετες συμφωνίες. Η παρουσία τέτοιων επενδύσεων προσθέτει νέα διάσταση στον ρόλο της χώρας ως ενεργειακού κόμβου: δεν αφορά μόνο τη διέλευση φυσικού αερίου, αλλά και την εξασφάλιση μεγάλων, αξιόπιστων ποσοτήτων ηλεκτρικής ενέργειας για υποδομές υψηλής ποιότητας.
Έτσι, η σημερινή συζήτηση στην Αθήνα έχει δύο επίπεδα. Το πρώτο είναι γεωπολιτικό: η Ελλάδα ως νότια πύλη εφοδιασμού για μια περιοχή που θέλει να διαφοροποιήσει τις πηγές της. Το δεύτερο είναι οικονομικό: ποιος θα δεσμεύσει ποσότητες, ποιος θα χρηματοδοτήσει τις υποδομές και ποιος θα αναλάβει το κόστος αν οι εμπορικές ροές δεν επαρκέσουν. Η πολιτική στήριξη του Ρούμπιο μπορεί να επιταχύνει τον σχεδιασμό. Η βιωσιμότητα, όμως, του Κάθετου Διαδρόμου θα κριθεί από τα συμβόλαια, τις τιμές και τη ζήτηση — και όχι από τις δηλώσεις περί ενεργειακού κόμβου.